25 pages by Akis Sadexis

25 pages by Akis Sadexis
25 PAGES BY AKIS SADEXIS : * HereticaFilosofia * Akis Sadexis * ΑιρετικήΦιλοσοφία * No Religions-Χωρίς Θρησκείες * ALL WE ARE RACISTS. WITH THE RACISTS. -Όλοι είμαστε ρατσιστές. Αλλά με τους ρατσιστές * SKG - Salonica - Selanik - סלוניקי- Salonique - سالونيك - Thessaloniki * " movement of free citizens" -‘’Κίνηση Ελεύθερων Πολιτών’’ - * I DEMAND - I DREAM OF A WORLD ΑΠΑΙΤΩ, ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ έναν κόσμο * Δεν έχει σημασία τι λέω, πρόσεξε τι εννοώ. Δεν έχει σημασία τι λες, αλλά σε ποιόν τα λες * ElGURU * PHILOSOPHICAL DEMOCRACY - ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ * InternationalismOecumenical * HereticaFilosofia.blogspot.com * The.Bigger.Philosophers * SadeVanzelo * SadeVanzelo-Σχεδιαστής * Leonardo DA VINCI * SadIcons * SADιΠοίηση * Anti-Racist Slogan of all Time * HERETICA FILOSOFIA by Akis Sadexis - YouTube *https://plus.google.com/u/0/115495858259733880175/posts * https://www.instagram.com/akis.sadexis/ * SSΔD3VΔNZ3LO (@AkisSadexis) | Twitter https://twitter.com/SDXZV - AKIS SADEXIS @SDXZV

Το πιό Αντιρατσιστικό σύνθημα όλων των εποχών (original-56 words)

Το πιό Αντιρατσιστικό σύνθημα όλων των εποχών (original-56 words)
Το πιό Αντιρατσιστικό σύνθημα όλων των εποχών (original-56 words) : Αν ο Χριστός σας είναι Εβραίος, το αυτοκίνητο σας ιαπωνικό, η πίτσα που τρώτε ιταλική, η δημοκρατία σας ελληνική, οι αριθμοί σας αραβικοί, τα γράμματά σας λατινικά, οι πολυεθνικές αμερικάνικες, η μουσική σας τσιγγάνικη, οι λέξεις σας βαλκάνιες, τα φαγητά σας τούρκικα, οι φουστανέλες αλβανικές, τα γαλακτοκομικά σας βουλγάρικα, τότε γιατί ο γείτονάς σας είναι ξένος? SADEXIS AKIS (May 2010)

anti-racist slogan of all time

Anti-Racist Slogan of all Time :
If Christ is a Jew, your car Japanese, pizza you eat Italian, Greek your democracy, your letters Latin, American multinationals, your numbers are Arabic, your music Gypsy, your words Balkans, your food Turks, Albanian fustanellas, your dairy Bulgarian, why your neighbor is a stranger ?
Akis Sadexis (May 2010)

I dream

I dream

manifesto SADEXI AKI

"ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΙ ΛΕΩ. ΠΡΟΣΕΞΕ ΤΙ ΕΝΝΟΩ. ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΙ ΛΕΣ. ΑΛΛΑ ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΤΑ ΛΕΣ."

I DEMAND - I DREAM OF A WORLD WITHOUT : FRONTIERS, RELIGION, RACISTS, ADDICTIONS, MURDERS, ABUSE, PAEDERASTS, DRUGDEALINGS, ARMY, POVERTY, GAMBLING, GUNS, EXPLOITATION, DOGMA, CENSORSHIP, HATE, ANIMAL ABUSE, REFUGEES, PARADES, THOSE WHO ARE KEPT IN THE DARK.
I DEMAND - I DREAM OF A WORLD FOR : DIALOGUE, BOOKS, RECYCLING, RELIGIOUS TOLERANCE, FREEDOM, CREMATION, TRANSPLANTS, EDUCATION, FRIENDSHIP, LOGIC, ENVIRONMENT, TRAVELLING, SEPARATION OF THE CHURCH FROM THE STATE, RESPECT, INDEPENDENCE, SCIENCE, MINORITY, ECOLOGY, LIVING TOGETHER FREE, PROTECTING ANIMALS, CIVILIZATION, HEALTH.
JUSTICE A WORLD WITH LESS CHILDREN, BECAUSE THE NEXT GENERATIONS WILL SUFFER.
THE WHOLE PLANET IS OUR PLACE.
APART FROM THE PLACE WE LIVE OR THE PLACE WE WERE BORN. WE ARE ALL BROTHERS, DESPITE OUR SEX OR RACE.
SADEXIS AKIS

.

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Mωσαϊκό πεζόποιήματων του Aki Sadexi : "magic moments"


Mωσαϊκό πεζόποιήματων του Aki Sadexi : "magic moments"
Δεκάδες ποιήματα, από μαγικές στιγμές (أعزام سحريّة) κυρίως του 2010. Του Aki Sadexi. 
Τα ιδανικά μέρη είναι μόνο στο μυαλό μας. Σίγουρα όμως υπάρχουν ιδανικές στιγμές.......


1.ΣΕΙΡΙΟΣ ( Sirius) a-C-Ma
Όλοι οι δρόμοι, οι δρόμοι των λέξεων, των άστρων και της μαγείας, διασταυρώνονται.
Ο ουρανός δεν αντιλήφθηκε τον ερχομό σου, και η αναχώρηση σου, δεν θα μειώσει καθόλου την ομορφιά και το μεγαλείο σου.
Το φεγγάρι που θα σε αναζητήσει αύριο, θα σΤου Aki Sadexi. υνεχίσει παρόλο που δεν θα σ’ έχει βρει.
Αλλά θα μας χορέψεις, όπως πάνε τα δικά σου βήματα, ΕΛΕΥΘΕΡΑ.


Θα κοιμηθείς κάτω από τη γη, χωρίς κανέναν δίπλα σου.
Όλοι σε πουλήσανε, εκτός από κείνον που θαυμάζεις.
Φιλοξένησε τον.
Η μόνη αιωνιότητα είναι η στιγμή.
Και είναι προτιμότερο να πιεις τη στιγμή, παρά να κλάψεις.
Εκτός αν δακρύσεις βλέποντας τη πανσέληνο.

Σείριε, είσαι σαν τη γυναίκα.
Η γυναίκα, είναι όπως ο ήλιος, που με τις απαλές του ακτίνες, ζεσταίνει τη γη και την κάνει να καρποφορεί.
Από τη στιγμή που τα μάτια της γίνονται κόκκινα, η αναπνοή της γρηγορότερη, κι αρχίζει να τραυλίζει.
Αυτός είναι ο οργασμός: υπάρχει κάτι που να αξίζει όσο αυτός?
Πάψε πια να μας βασανίζεις.
Ένα αργό άνοιγμα, ένα απότομο κλείσιμο, μια σειρά από κυματιστές κινήσεις, διαφορετικά φτερουγίσματα.
Κρύβοντας τα μάτια πίσω από τη βεντάλια αστρικής σκόνης.
Δεν έχει σημασία πόσο ζει κανείς, αλλά πόσο έντονα ζει.


Η φωτιά γίνεται πάγος.
Ήταν μεσημέρι με δυνατό ήλιο.
Η ξηρασία είχε πλήξει τα πάντα.
Όμως ξαφνικά ο ουρανός σκοτείνιασε και ξέσπασε βροχή.
Καταρρακτώδης βροχή.
Χαλάζι αστεριών.


Όλοι τρέχουν χωρίς να ξέρουν που.
Δεν έχουν τίποτα κοινό, εκτός από το φόβο.
Δεν φεύγουν, τους αναγκάζουν.
Κανείς δεν μεταναστεύει επειδή το θέλει.
Αλλά ούτε και οι ίδιοι μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.
Γιατί ο νόμος δεν τους επιτρέπει να ορκίζονται.
Οι λίγοι και οι όλοι.
Τους ελευθέρωσες σταδιακά, προσέχοντας να μη βρεθεί κανείς τους, απροστάτευτος στο δρόμο.
Η τρέλα σου εκείνη, σε καταδίκασε στη μοναξιά και τη λησμονιά.
Αυτοσχεδίαζες στον ουρανό, τα απρόβλεπτα της ελευθερία σου.
Μια ψηλή πόρτα δίχως πόρτα, ένα άδειο κούφωμα.
 
Κρεμασμένη ψηλά, η λεπίδα των άστρων.
Ο γαλαξίας, είναι τα κύτταρα σου.

Έμαθα να κάνω ερωτήσεις, ώστε να υπακούω στη λογική.
Όχι στην εξουσία, όπως οι καθυστερημένοι.
Ούτε στη συνήθεια όπως οι βλάκες.
Εύκολα κοροϊδεύεις τον αμαθή.
Εύκολα αγοράζεις τον φτωχό.
Είμαστε ανεξάρτητοι, αλλά όχι ελεύθεροι.
Όταν το σφάλμα είναι όλων, δεν είναι κανενός.
Είμαστε ένα τίποτα, μέσα στα νεφελώματα.

Τα αστέρια, δεν ηχούν οποιαδήποτε στιγμή.
Εξαρτάται από το πότε και από ποιο.
Χαρίζουν τη μουσική τους, στη γέννηση της νύχτας.
Σε κάθε βήμα προς τη μέρα, ηχούν διαφορετικά ανάλογα με την εποχή του χρόνου.
Ή της ψυχής.
Πάνω σε μια νότα που επαναλαμβάνεται, αναπαύονται οι μελωδίες που ανεβοκατεβαίνουν ελεύθερα.
Αλλάζοντας πάντα, όπως αλλάζουν τα χρώματα του κόσμου και τα τοπία της διάθεσης μας.
Δεν υπάρχουν δύο ίδια αστέρια.
Γεννιούνται, πεθαίνουν και ξαναγεννιούνται κάθε φορά που ηχούν.
Έχουν πεθάνει δεκάδες χρόνια, πριν.
Αλλά τα βλέπεις τώρα.
Νεκρά αλλά φωτίζουν!
Είναι όλο μυστήριο, σαν τη σιωπή απ’ όπου έρχονται.

Είσαι διπλό αστέρι, φωτεινότερο, λαμπρότερο, μεγαλύτερο και θερμότερο από τον Ήλιο.
Μεσουρανείς, την επόμενη νύχτα που ήρθες!
Δεν έχεις αντίθετη φορά, όπως έχουν ο Ήλιος και η Σελήνη.
Αλλά πλησιάζεις γρήγορα . . .
Η απόλυτη έλξη.
Χωρίς τα δαχτυλίδια του Κρόνου.
Αλλά χωράς στον δικό μου.

Κάθε φωτεινό ουράνιο σώμα, είναι ορατό στο νυκτερινό στερέωμα.
Μοναδική και καθημερινή πρωινή, πηγή ενέργειας.
Δεν υπάρχουν διακυμάνσεις λαμπρότητας.
Όταν εξαντληθείς εσωτερικά, εκρήγνυσαι δημιουργώντας τον δικό σου αστερισμό.
Δεν είσαι αστεροειδής.
Δεν είσαι μακριά, έτη φωτός όπως η λάμψη του Μεγάλου Κυνός.
Αλλά δίπλα μας.
Δεν είσαι μετεωρίτης, που να μας αφήσει ένα μεγάλο κενό.
Αν ήσουν θα έπεφτες στα παράσιτα.
Ήρθες.
Ξαφνικά.
Απότομα.
Απροειδοποίητα.
Δημιουργείς μια τεράστια λάμψη.
Συνεχόμενη.
Μοναδική.
Ανεπανάληπτη.
Αλλά δεν θα σβήσει ποτέ.
Θα’ ναι διαρκής και θα φωτίζεις τα πάντα γύρω σου.
Δεν είσαι μια κουκίδα, σαν αστερίσκος.
Σείριε, εσένα επέλεξαν οι λαοί του Νείλου, να βλέπουν μέσα από τη πυραμίδα.
Σε ονομάσανε Σώθις.
Μόνο εσένα.
Αστέρι μου . . .

2.ΧΩΡΙΣ ΘΕΟ
Η ελευθερία, προξενούσε τρέλα.
Κανείς δεν τον χειροκρότησε.
Ούτε τον προσκαλούσε.
Δεν το αποδέχτηκαν.
Καμία αναγνώριση.
Ζούσε μόνος.
Έπινε συνέχεια..
Και ξεστόμιζε τις εύστοχες φράσεις, μονάχος.
Ο θάνατος τον λυπήθηκε.

Γέμισε φλόγες ο ουρανός,
στη λάμψη της νύχτας,
το χρώμα της ζέστης,
τον αέρα που είναι από κανέλα,
τις σκιές του χειμώνα,
και το γκρίζο χρώμα,
Γύρισε τον κόσμο με το λευκό μπαστούνι.
Ήταν τυφλός.
<βλέπω με τα πόδια> έλεγε.

Σε κάθε σταθμό τον υποδέχονταν οι χορωδίες της πείνας.
Οι φωνές των παιδικών σκελετών μέσα στις μύγες.
Με τα μελανιασμένα χείλη, τα γουρλωμένα μάτια.
Εκλιπαρούσαν ελεημοσύνη.
Οι φωνές σκεπάζανε τον ήχο της ατμομηχανής.
Κανείς δεν τα ήθελε ούτε για χάρισμα.
Μόνο τα περιστέρια του σταθμού, πετούσαν μακριά.
Όλος ο κόσμος, μπορεί να χωρέσει σε ένα σπόρο καλαμποκιού.`

Η καρδιά του σκότους.
Είχε στήσει την κρεμάλα.
Λικνιζόταν στο φύσημα του αέρα.
Πήγαν με το με το σταυρό και τη βίβλο.
Τα κανόνια επέβαλαν τη λογική τους.
Τους αποδεκάτιζαν.
Ή ο ήλιος της ερήμου, που τους είχαν πετάξει.
<Η συμπόνια, είναι άγνωστη στις άγριες φυλές.
Επιδίδονται στον κανιβαλισμό.
Η συμπόνια τους είναι τόσο ξένη.
Στις γλώσσες τους δεν υπάρχει λέξη να την εκφράζει>.
Έτσι λένε οι απολίτιστοι αποικιοκράτες.

Είχε ένα ταπεινό σχέδιο στη ζωή του.
Αν μπορούσε θα κατακτούσε και άλλους πλανήτες.
Για να διασκεδάσει, έριχνε πέτρες στη θάλασσα.
Όταν δεν έπεφταν αστέρια.
Θα πέθαινε από τη πείνα, τη δίψα, τη μοναξιά.
Ζούσε ονειρεμένα.

Κάθε νεκρός πεθαίνει πολλές φορές.
Καταδικάζει τους δικούς του, στην τρέλα.
Αναζητούν μια σκιά που όλο δραπετεύει.
 
Ήταν οι πρώτοι, που εξαφανίστηκαν.
Εξαφανίστηκαν πριν εμφανιστούν.

Τα σκηνικά ήταν χωριουδάκια με χαμόσπιτα.
Το μόνο που ακουγόταν, ήταν χασμουρητά.
Διαρκούσαν πολύ περισσότερο απ’ ότι οι περιπλανήσεις.
Άγριοι, οργισμένοι.
Μισοί δαίμονες, μισοί παιδιά.
Η κατάρα όσων σπλαχνίζεσαι,
το μίσος εκείνων που βοηθάς,
το παράπονο όσων οδηγείς,
με αργό ρυθμό στο φως.



3.ΖΥΣΤΙΝ
Το μουντό είναι υποχρεωτικό.
Δεν ήταν πάντα γκρι.
Το έβαψαν γκρι.
Να το μουτζουρώσουν.
Να το συνθλίψουν, να το ευνουχίσουν.
Έπεσε θύμα μιμητισμού.
Είχε την κακοτυχία να υποφέρει.

Εκτός τόπου.
Μοιάζουν πιο ασήμαντες κι από τα δέντρα του τοπίου.
Στο πρώτο πλάνο μας κοιτάζει.
Ίσως μας ρωτάει.
Εκείνες είναι περιττές.
Ήταν απαγορευμένη περιοχή για τα πλάσματα χωρίς ψυχή.

Στο τρελοκομείο, μια παγωμένη φυλακή.
Πέρασε έγκλειστη.
Για το καλό της, είπαν.
Αρνήθηκε να ζωγραφίσει.
Δεν την επισκέφτηκε κανείς.
Όταν πέθανε κανείς δεν πήγε.
Η σορός της έμεινε εκεί.
Μπρούτζος που χορεύει.
Μάρμαρο που κλαίει.
Πέτρα που αγαπάει.
Τα αγάλματα της ανέπνεαν.

Άκουσε τον ουρανό να φωνάζει.
Είχε σουρουπώσει.
Πέρα από τον ορίζοντα, ο ήλιος επέμενε να στέλνει πύρινες γλώσσες.
Όταν ξαφνικά ακούστηκε μια ουράνια κραυγή.
Τη ζωγράφισε.
Όποιος κοιτάζει τον πίνακα σκεπάζει τα αυτιά του.
Ο καινούργιος αιώνας γεννήθηκε κραυγάζοντας.


4.ΑΕΡΑΣ
Χαμένος μέσα στο πλήθος.
Με τα μάτια στον ουρανό και το στόμα ανοιχτό.
Σε έκσταση.
Άσχημος.
Έτσι τον έβλεπαν.
Μιλάει με τσιριχτή φωνή.
Έτσι τον άκουγαν.
Βρίσκεται πάντα στα πρόθυρα νευρικής κρίσης.
Ζει σε μια σοφίτα.
Φτωχικά.
Έφτιαχνε ακουαρέλες με τοπία.

Αυτό το πράγμα, αντί να φέρνει την αγάπη φέρνει την καταστροφή.
Κρεμάστηκε.
Ήταν μικροκαμωμένος.
Δεν ζύγιζε σχεδόν τίποτα.
Η γραβάτα τού ήταν αρκετή.

5.ΑΠΟΓΝΩΣΗ
Χόρεψε για τελευταία φορά.
Ανακοίνωσε πως θα χόρευε τον πόλεμο.
Τον χόρεψε στο φως των κεριών.
Στροβιλιζόταν.
Κυλιόταν.
Σαν να ήταν το μαρμάρινο πάτωμα λάσπη.
Σηκωνόταν και έπεφτε ξανά.
Έπεσε πάνω στο τζάμι.
Μια βουβή κραυγή.
Χάθηκε στο χιόνι.
Μπήκε στο βασίλειο της τρέλας.
Στη γη της εξορίας του.
Δεν επέστρεψε, ποτέ εκεί.

Κοιτούσε βαριεστημένα από το παράθυρο.
Με ορθάνοιχτα μάτια κι αυτιά.
Σαν να περίμενε ότι κάτι θα συμβεί.
Η μουσική του, ποτέ δεν γράφτηκε.
Ούτε ηχογραφήθηκε.
Συνέχισε να ηχεί, μέσα στο κορμί.
Λίγοι την απόλαυσαν.
Στις γιορτές και στις κηδείες.

Ο ήχος του, διακεκομμένος.
Αργός.
Χανόταν μέσα στα δρομάκια.
Όπου βασίλευε το μαχαίρι και η θλίψη.
Με δάκρυα στα μάτια.
Έκανε θερμή υποδοχή.
Συνεχίζει να τραγουδά.
Κάθε μέρα ακούγεται καλύτερα.
Τον αποκαλούσαν Μάγο.

Το παίξιμο του, σε παρέσερνε.
Σαν παιχνίδι.
Δουλεύουν πάντα τραγουδώντας.
Δεν σταματούν το τραγούδι.
Μέχρι να τελειώσουν.
Το έργο που φτιάχνουν.
Να γεμίσει με μουσική.
Θα συνεχίσει να ηχεί μέσα του.
Μορφές, πλημμυρισμένες από μουσική.
Φτιάξανε πριν από αιώνες, τον ομφαλό της γης.

Πριν από χίλια χρόνια.
Σαν να έγραψε τώρα.
Το τρέξιμο του πινέλου.
Πολύχρωμο μωσαϊκό.
Από σύντομες αφηγήσεις.
Σημειώσεις.
Ειδήσεις, ποιήματα.
Αυτά τα κομμάτια.
Που μοιάζουνε σκόρπια.
Χωρίς να είναι.

Δεν ζήτησα, τίποτα παράλογο.
Με πέταξες.
Αγνοία ?
Ελπίζω.
Ένα βλέμμα, θα ‘ταν αρκετό.
Τόση κούραση.
Πήγαινε-έλα.
Χωρίς το χαμόγελο σου.
Γιατί ?
Ο χρόνος είναι πολύτιμος.
Γιατρεύει.
Αλλά και ενώνει.
Ζήτα το.
Θα γίνει.
Και ας μη μπορώ.
Το ρίσκο πάντα κυλάει στις φλέβες μου.
Αλλιώς δεν θα κοιτούσα τα αστέρια.

6.Α-όρατές
Ταξίδευαν στη σκεπή.
Παρακαλώντας τον θεό να μη βρέξει.
Η δικαιοσύνη έφυγε στον ουρανό.
Δεν κατοικεί πλέον εδώ.
Θέλανε να την κατεβάσουν στη γη.
Δεν τους απέμενε τίποτε άλλο να κάνουν.

Καθισμένος στη σκιά των δέντρων.
Άκουγε πολύ.
Αλλά μιλούσε λίγο.
Όμως ότι έκανε, ήξερε τι ήθελε να κάνει.
Και έζησε για να το κάνει.
Έκανε διάλλειμα μόνο για να αναπνεύσει και να φάει.
Ποτέ για να κοιμηθεί.
Βρισκόταν πιο μακριά και από το φεγγάρι.
Θυσίασε όσους τον επισκίαζαν.
Όσους έλεγαν όχι.
Όσους έλεγαν ναι.
Τους επικίνδυνους του σήμερα.
Αλλά και του αύριο.
Για κάτι που έκαναν.
Ή για κάτι που θα κάνουν.
Για τιμωρία ή καλού κακού.
Επινόησε τη σιωπή.

Δεν μπορούσε να κυβερνηθεί μόνη της.
Έχει μέσα της την άγρια ζωή.
Και είναι ανίκανη από τη φύση της.
Την σταύρωσαν σε μια πόρτα.


7.ΓΙΑΤΙ ?
Τα πολυβόλα επανέφεραν την τάξη.
Πέθαναν χιλιάδες.
Πόσοι, κανείς δεν ξέρει.
Ήταν εργάτες γης.
Η οικονομία τους αποκαλεί εργατικά χέρια.
Και ο θάνατος τους καλεί κοντά του.
Έμεινε εκεί να λικνίζεται στο φύσημα του ανέμου.
Για να τον βλέπουν.
Δεν πρέπει να παίρνουμε τον θάνατο στα σοβαρά.
Είναι μονάχα μια δυσάρεστη στιγμή.

Σηκώνει ένα κόκκινο κουρέλι.
Που έχει πέσει στο δρόμο.
Αναρωτιέται τι είναι.
Και ποιανού.
Ξαφνικά, χωρίς να καταλάβει.
Πως και γιατί.
Βρίσκεται επικεφαλής διαδήλωσης εργατών.

Οι μηχανές τρώνε ανθρώπους .
Και κλέβουν δουλειές.
Το ανθρώπινο χέρι δεν ξεχωρίζει.
Απ’ τα υπόλοιπα εργαλεία.
Οι εργάτες μιμούνται τις μηχανές.
Δεν αρρωσταίνουν.
Οξειδώνονται.

8.ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ.
ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ.
Είχαν φυσικές διαστροφές.
Διανοητικές.
Ηθικές.
Όπως οι δολοφόνοι.
Οι διεφθαρμένοι.
Οι παραμορφωμένοι.
Οι χαζοί.
Οι τρελοί.
Οι ομοφυλόφιλοι.
Οι αυνάνες.
οι μέθυσοι.
Οι τεμπέληδες.
Οι μετανάστες.
Οι ζητιάνοι.
Οι πόρνες.
Παραμόνευε η εκκλησία.
Δηλητηρίαζε τη γη της!!
Έλεγε!!!
Υποχρέωνε σε στήρωση.
Τους έκαιγε.
 
Τους βασάνιζε.
Τους διανοητικά ανάπηρους.
Τους σχιζοφρενείς.
Τους μανιοκαταθλιπτικούς.
Ή έχουν σωματική παραμόρφωση.
Τους κουφούς.
Τους τυφλούς.
Τους επιληπτκούς.
Όσους δεν τους θεωρούσε άγιους.
Και έκανε τον κόσμο μπουρδέλο.
Γέμισε ο κόσμος πτώματα.
Για τις πουτάνες τις θρησκείες.
Για τα πιστεύω της.

9.Ανθρωπάκια
Είμαστε ξαδέλφια των πιθήκων.
Άλλοι λένε των αγγέλων.
Ήρθαμε από τη ζούγκλα.
Ή το πελαργό?
Αριστουργήματα του θεού?
Ή κακόγουστα αστεία του διαβόλου?
Εμείς είμαστε ανθρωπάκια:
Οι εξολοθρευτές των πάντων.
Οι διώκτες των πλησίον μας.
Οι δημιουργοί των πολέμων.
Τα μόνα ζώα που εφευρίσκουν μηχανές.
Που ζουν υπηρετώντας τις μηχανές που επινοούν.
Που καταστρέφουν τα σπίτια τους.
Που δηλητηριάζουν το νερό που πίνουν.
Τη γη που τα θρέφει.
Να νοικιάσουν και να πουλήσουν τους, ομοίους τους.
Τα μόνα που σκοτώνουν από ευχαρίστηση.
Που βασανίζουν.
Που βιάζουν.
Δεν μας νοιάζει τι κόσμο θα αφήσουνε.
Χειρότερο από τι βρήκαμε?
Γιατί?
Αφού μόνο εμείς γελάμε.
Κάνουμε όνειρα.
Που μετατρέπουμε όλα σε ομορφιά.
Ανακαλύπτουμε, άγνωστα χρώματα στο ουράνιο τόξο.
Που δίνουμε νέες μουσικές στις φωνές του κόσμου.
Δημιουργούμε λέξεις.
Άχρηστα ανθρωπάκια?
ΤΕΡΑΤΑ !!!

10.ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΖΗΣΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ
Αρνήθηκε να ηχογραφήσει το τραγούδι.
Αναγκάστηκε να υπογράψει, με άλλο όνομα.
Όμως όταν τραγούδησε, έπεσαν τα τείχη.
Της λογοκρισίας και του φόβου.
Την κοιτούσε άφωνος.
Το τραγούδι, έγινε θρησκευτικός ύμνος.
Χάρη στην υπέροχη φωνή της.
Ειδικά προορισμένη να τραγουδά.
Και τώρα μόνο να του τραγουδά.
Χωρίς κόμπλεξ.
Μέχρι για να το πει.
Για πρώτη φορά.
Με τη βελούδινη φωνή της.
Ήταν κάτι παραπάνω από ένα παράξενο φρούτο.
Κρεμόταν στο δέντρο.
Και σάπιζε.
Στον ήλιο.
Τραγουδούσε για ένα πιάτο φαί.
Έκανε τις κακόφημες γειτονιές, να σωπαίνουν.
Για να την ακούσουν.
Κάτω από τη φούστα, έκρυβε ένα μαχαίρι.
Που δεν ήξερε να προστατεύει τον εαυτό της.
Από όσους ήταν γύρω της.
Έζησε μέσα στις καταχρήσεις.
Είχε παντού στο σώμα, σημάδια και ουλές.
Τραγουδούσε πάντα υπέροχα.
Πάντα με τα μάτια κλειστά.






11.ΑΟΥΣΒΙΤΣ- ΝΤΑΧΑΟΥ-ΓΚΟΥΛΑΓΚ-Κ 711-ΚΑΤΥΝ
Οι ξεσπιτωμένοι ρίχτηκαν στο δρόμο.
Σχηματίζοντας καραβάνια.
Δίχως νερό.
Δίχως τίποτα.
Ο βιασμός των γυναικών έγινε μέρα μεσημέρι.
Στην πλατεία του χωριού.
Ακρωτηριασμένα κορμιά.
Επέπλεαν παντού.
Όσοι δεν πέθαναν, από τη δίψα,
την πείνα το κρύο,
 
πέθαναν από το μαχαίρι ή τις σφαίρες.
Ή την κρεμάλα.
Ή από τον καπνό.
Κλείστηκαν σε σπηλιές.
Έπαθαν ασφυξία από τους καπνούς.
Κανείς δεν τους θυμάται.
Είναι απλώς θύματα!!

Έπρεπε να υποδυθούν τους δήμιους.
Τους προκαλούσε εμετό και διάρροια.
Θα άνοιγε η αυλαία.
Θα έμπαιναν στη σκηνή.
Σαν καλοί ηθοποιοί θα έπαιζαν.
Δεν έφεραν την παραμικρή αντίσταση.
Αν κάποιος ένιωθε ότι δεν ήταν έτοιμος, αρνιότανε.
Αρκεί να έκανε ένα βήμα μπροστά.
Ελάχιστοι το έκαναν.
Τα θύματα περίμεναν το θάνατο γυμνά.
Ξαπλωμένα.
 
Οι μολύνσεις σκότωναν περισσότερο από τις βόμβες.

Οι καταδικασμένοι, ήταν ξυπόλητοι.
Έμπαιναν από την πόρτα.
Έβγαιναν από την καμινάδα.
Αφαιρέθηκαν όλα.
Δόντια, λίπος, μαλλιά.

Κάνανε πρώτα αλλού πειράματα.
Για να λείψουν οι κληρονομικές ατέλειες.
Μελετούσαν τις μύγες.
Με τα μισά της φτερά.
Τα ποντίκια χωρίς πόδια.
Τους νάνους.
Τους εβραίους.
Τις πόρνες.
Τους ομοφυλόφιλους.
Τους αντικαθεστωτικούς.
Τους μετανάστες.
Τους μοίραζαν σοκολάτες.
Να τους στείλουν γλυκαίνοντας!!!
Ρωτά ένας φρουρός:
Και ο θεός που είναι ?
Ο θεολόγος, δείχνει τους καταδικασμένους.
Αιωρούνται στις πρώτες αχτίδες του ήλιου.
Και λέει:
Εκεί.
Μετά από λίγες μέρες θα έρθει κι η σειρά του.







12.ΘΑΥΜΑ.
Απρόσμενα.
Αναπάντεχα.
Θεία παρέμβαση.
Μόνο.
Έτσι λένε.
Οι πιστοί.
Συμβάν.
Σημάδι.
Προκαλεί θαυμασμό.
Κατάπληξη.
Υπερβαίνει τα όρια.
Δεν το κάνει άνθρωπος.
Αλλά το φτιάχνει.
Το πασάρει.
Το διαδίδει.
Ψάχνει θύματα.
Οπαδούς.
Πρόβατα.
Απορώ.
Ποιος είναι τελικά?
Ο θαυματοποιός?
<Ανεξήγητο φαινόμενο>:
Γονατιστοί φωνάζουν.
Η αλήθεια, είναι άλλη.
Τα βλέπουμε, σαν παιδιά.
Όταν ακόμα, μας πλάθουνε.
Μας πασάρουν το ψέμα.
Για φόβο.
Έτσι μας θέλουν.
Μαριονέτες.
Εσωτερικά βιώματα.
Οράματα.
Μαγεία.
Για τους μυημένους.
Ας πατάμε γερά στη γη.
Και ας αφήσουμε του ουρανού, τα κολπάκια, να σκορπάνε στον αέρα.
 
Λόγια του αέρα.
Με το φύσημα της λογικής, διαλύονται.

13.ΓΚΡΙΖΟΣ ΚΥΝΟΔΟΝΤΑΣ
Μυτερός.
Κοφτερός.
Σαν τα πρώτα εργαλεία.
Του λύκου, η όψη.
Του Σείριου.
Είναι στις τέσσερις πλευρές.
Σαν τα σημεία του ορίζοντα.
Έχουν ονομασία.
13-23-33-43.
Μπερδεμένα χρώματα.
Ουράνιο τόξο.
Πολύχρωμο.
Μαγευτικό.
Έγινε ταινία.
Κόβεις τα πάντα.
Αισθητικά.
Ερωτικά.
Είναι το σημάδι σου.
Η ταυτότητα σου.
Σαν το αποτύπωμα.
Όπως η ίριδα.
D2.
Το 13.
Δεν είναι παράλληλος.
Δεν είναι λευκά.
Άσπρα μόνο του χιονιού, βλέπω.
Είναι αντίθετη σταγόνα.
Σαν το δάκρυ.



14.Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΙΧΟΣ.
Ξυπνάει και διαβάζει.
 
Ο καφές έχει κρυώσει στο φλιτζάνι.
Δείχνει πιο γέρος.
 
Βήχει, βαδίζει με μπαστούνι.
 
Σιχάθηκε.
 
Αηδίασε.
 
Δεν αντέχει τους σαλιαγκες.
Γεμίσαμε ερπετά.
 
Μονολογούσε.
 
Σε έναν μόνο το εμπιστεύτηκε.
 
Κρυφά το βράδυ.
 
Παντού κολλάει.
 
Οπου πατάει.
 
Πλησιάζει τη θάλασσα.
 
Με δυσκολία.
 
Γράφει σε ένα χαρτί:
 
Τούτος ο ήλιος των παιδικών μου, χρόνων.
 
Είναι ο τελευταίος του στίχος.


15.ΣΩΘΗΚΕ
Ο ήλιος ξεπρόβαλε τη νύχτα.
Οι νεκροί έβγαιναν από τους τάφους τους.
Οι γελωτοποιοί ήταν βασιλιάδες.
Το τρελοκομείο υπαγόρευε τους νόμους.
Οι ζητιάνοι ήταν άρχοντες.
Και οι κυρίες πετούσαν φλόγες.
Ο κόσμος πετούσε τις μάσκες.
Όσο περισσότερο την απαγόρευαν.
Τόσο δριμύτερη επανερχόταν.

Κάθε ξημέρωμα, περιμένει να την εκτελέσουν.
Ο καιρός περνά.
Δεν την εκτελούν.
Υπάρχει καθυστέρηση.
Δεν εμφανίζεται.
Βρίσκεται στην ταράτσα.
Κανείς δεν τη βλέπει.
Θα πέσει από εκεί.
Το κορμί της, σκάει σαν βόμβα.
Στην αυλή της φυλακής.
Στη φυλακή της ζωής.
Κανείς δεν κάνει την παραμικρή κίνηση.
Η τελετή έχει προγραμματιστεί.
Ολοκληρώνεται.

16.ΔΟΞΑ
Οι θεοί, όσο και ανθρώπινοι κι αν είναι, δεν βγαίνουν ποτέ στη σύνταξη.
Δεν μπόρεσε να επιστρέψει στο ανώνυμο πλήθος απ’ όπου είχε βγει.
Η δόξα που τον είχε βγάλει από τη φτώχεια, τον κρατούσε φυλακισμένο.
Ήταν καταδικασμένος.
Να παριστάνει τον εαυτό του.
Ήταν υποχρεωμένος, να είναι το αστέρι σε κάθε γιορτή.
Το μωρό σε κάθε βάφτιση.
Ο νεκρός σε κάθε κηδεία.
Η δόξα είναι ένα ναρκωτικό.
Συνήθιζε να κοροϊδεύει.
Τις μάσκες που φοράει η πραγματικότητα.

17.ΚΑΡΑΜΕΛΑ
Δεν ήταν ούτε χελώνα.
Ούτε πελαργός.
Είχε καταφέρει να κρατήσει το κεφάλι του.
Πάνω στους ώμους του.
Το μόνο που θυμόταν, ήταν το νεκρικό της πρόσωπο.
Όταν την αντίκρισε, είχε τρομάξει.
Και είχε βάλει τα κλάματα.
Εκείνη του έδωσε μια καραμέλα.
Που αυτός την πέταξε στο πάτωμα.


18.ΠΕΤΡΕΣ
Είχαν τώρα πρόσβαση στις παραλίες.
Εκείνες τι παραλίες, που τους ήταν απαγορευμένες.
Γιατί ξέβαφε το δέρμα τους.
Και τους λέρωνε.
Βρισκόταν στη άκρη του νησιού.
Εκεί, τα μικρά χρωματιστά σαλιγκάρια, πέφτουν βροχή από τα δέντρα.
Τα γαλάζια βουνά διαγράφονται στον ορίζοντα.
Μάζεψε πέτρες.
Τις έβαλε στις τσέπες.
Την χάιδευε.
Για να σιγουρευτεί.

19.ΞΕΧΩΡΙΖΕ
Έχει την επικίνδυνη συνήθεια να γεννιέται διαρκώς.
Όσο περισσότερο τον εκμεταλλεύονται.
Όσο περισσότερο τον προδίδουν.
Τόσο ξαναγεννιείται.
Γεννήθηκε, τις περισσότερες φορές στον κόσμο.
Έλεγε ότι σκεφτόταν.
Έκανε ότι έλεγε.
Είναι το ξεχωριστό.
Το διαφορετικό.
Το απρόοπτο.
Τα λόγια και οι πράξεις, σπάνια συναντιούνται.
Και αν τύχει ?
Δεν χαιρετιούνται.
Δεν αναγνωρίζονται.

20.ΕΞΑΡΤΗΣΗ
Δεν έχει κανείς δικαίωμα, να χαλάει τη γιορτή.
Τα άλογα στον ιππόδρομο.
Τα κοκόρια στις κοκορομαχίες.
Οι αθλητές στους αγώνες.
Όλοι είναι πιόνια.
Του συστήματος.
Μαριονέτες.
Έτσι θα κάνουν.
Πρέπει να το κάνουν.
Αν αντιδράσουν?
Θα τους καταπιούν.
Θα τους λιώσουν.
Ο τζόγος σβήνει τη ζωή.
Κάθε μορφή της.
Ότι αναπνέει.
Όχι για πολύ.
Ελάχιστο οξυγόνο.
Το μισό του μισού.
Το υπόλοιπο?
Η βρωμιά του χαρτονομίσματος.
Η δυσωδία.
Η αηδία.
Μας κυβερνά?
Απάντησε!
Αν είσαι θετικός, κάψτα.
Όλα όσα έχεις.
Κολώνεις.
Το ξέρω.
Σε ξέρω.
Σε βλέπω.
Σήκωσε τα μάτια σου.
Μη ντρέπεσαι.
Είσαι και συ.
Πιόνι.
Και γω.
Του κωλοσυστήματος.
Όπως όλοι . . . .


21.ΑΜΙΛΗΤΗ
Δεν ρώτησε τίποτα.
Δεν είπε τίποτα.
Ποτέ της.
Δεν ήταν ομιλητική.
Από τότε, δεν ξαναμίλησε.
Είπε πολύ λίγα πράγματα.
Στα 17 της, δεν μπορούσε να φιλήσει.
Είχε μια μικρή πληγή.
Κάτω από τη γλώσσα.
Στα 18 της, δυσκολευόταν να φάει.
Η πληγή όλο μεγάλωνε.
Στα 19 της, την εγχείρησαν.
Στα 20 της, πέθανε.
Ο γιατρός μιλούσε σίγουρος.
Τη σκότωσε, ένας καρκίνος του στόματος.
Οι παππούδες, είπαν πως τη σκότωσε η αλήθεια.
Η μάγισσα του χωριού, είπε πως πέθανε, επειδή δεν φώναξε.


22.ΦΥΛΑΚΕΣ
Τα εγκλήματα δεν εμφανίζονται.
Πουθενά.
Ούτε στις ειδήσεις.
Όπως οι πόλεμοι.
Φυσιολογικά φαινόμενα.
Κανιβαλισμού.
Οι εγκληματίες, κυκλοφορούν ελεύθεροι.
Οι φυλακές δεν είναι για όσους, εξολοθρεύουν τα πλήθη.
Φυλακές, τι είναι ?
Εργατικές πολυκατοικίες των φτωχών.

23.ΤΑΥΡΟΣ
Έφηβος.
Μικρός ταύρος.
Δίχως κέρατα.
Το έσκασε από το σφαγείο.
Ο προορισμός ?
Το πιάτο.
Ποτέ δεν ονειρεύτηκε.
Να γίνει σταρ.
Δεν πρόλαβε.
Δεν τον άφησαν.
Τα πρώτα του ελεύθερα, βήματα.
Και τα τελευταία.
Τον σακάτεψαν.
Το κεφάλι του κρέμασε.
Γέμισε αίματα.
Κόκκινο.
Πηχτό.
Από άπηχτα μυαλά.
Σκουριασμένα.
Το έθιμο.
Ως πότε ?


24.ΘΑΝΑΤΟΣ
Βρέχει θάνατο.
Πεθαίνουν.
Από σφαίρα.
Είτε από μαχαίρι.
Τους στραγγαλίζουν.
Τους σφάζουν.
Τους κρεμάνε.
Τους καίνε.
Σκοτώνονται.
Από βόμβα, από νάρκη.
Οι καλύβες, γεμάτες γυναίκες.
Και παιδιά.
Με φοινικόκλαδα οι σκεπές.
Κάνουν αέρα.
Με φύλλα για βεντάλιες.
Να διώξουν ότι μπορούν.
Τη ζέστη, τα κουνούπια.
Το φόβο.
Τι ωραία να πεθάνεις.
Από φυσικό θάνατο.

25.ΜΗΧΑΝΕΣ
Αυξήθηκαν.
Και πλήθυναν.
Μας είχαν υποσχεθεί.
Ότι θα δούλευαν για μας.
Τώρα δουλεύουμε εμείς για αυτές.
Τις επινοήσαμε.
Για να αυξήσουμε.
Να υπερασπιστούμε.
Να βρισκόμαστε.
Να επικοινωνούμε.
Δεν μας ακούνε.
Ούτε μας βλέπουν.
Δεν μας σκέφτονται.
Μόνο εμείς.
Πάντα.
Συνέχεια.
Μη χαλάσουν.
Είμαστε μηχανές.
Των μηχανών μας.
Είναι αθώες.
Έχουν δίκιο.


26.ΤΣΕΡΝΟΜΠΙΛ
Ζωικά μέσα επικοινωνίας.
Άνοιξη του 1986.
Τσερνομπίλ.
Έκρηξη.
Η κυβέρνηση, διέταξε σιωπή.
Σοβιετικό χαρακτηριστικό.
Στρατιωτικό, κομματικό.
Φασιστικό.
Πολλοί άνθρωποι, πέθαναν.
Τρεις μέρες !!!
Μυστικό !!!!
Κανείς δεν ξέρασε, το μυστικό.
Φοβήθηκαν.
Τα γκουλάγκ.
Αλλά ανέπνεαν, τη νέα Χιροσίμα.
Στη θάλασσα και στα βουνά, όλα άλλαξαν.
Οι μέλισσες, τα πουλιά φύγανε μακριά.
Τα σκουλήκια χώθηκαν στο χώμα.
Οι ψαράδες δεν είχαν δόλωμα.
Οι κότες φαγητό.
Οι άνθρωποι, την πλήρωσαν.
Και θα τη πληρώνουν.
Πεθαίνουν συνέχεια.
Τίποτα δεν θα μείνει όρθιο.
Μόνο το μανιτάρι.
Της καταστροφής.
Και θα πεθαίνουν.
Οι επόμενες γενιές.
ΟΛΕΣ.
Αναπνέουν.
Τρώνε.
Το δημιούργημα τους.

27. ΓΑΓΓΗΣ
Δεν πότιζε τη γη.
Πότιζε τους ουρανούς.
Οι θεοί δεν τον άφησαν.
Τους έδινε νερό και δροσιά.
Οι ζωντανοί εξαγνίζονται.
Οι στάχτες των νεκρών, βρίσκουν τον προορισμό τους.
Λυπήθηκε τους ανθρώπους της γης.
Δέχεται προσφορές.
Από σκουπίδια.
Και δηλητήριο.
Του κάνουν τη ζωή αφόρητη.
Ιερός.

28. MEDITERANEO
Χρώματα.
Φυλές.
Κουλτούρα.
Νοοτροπία.
Διαφορετικοί κόσμοι.
Θρησκείες.
Από εδώ ξεκίνησαν.
Οι 3 φονικότερες.
Μυρωδιές
Γεύσεις.
Τρόπος σκέψης.
Φτώχεια και χλιδή..
Παραγκούπολεις και λιμουζίνες.
Όλα ένα.
Ήλιος.
Κλίμα.
Πολιτισμοί.
Εδώ οι πιο πολλοί γεννήθηκαν.
Τους κάψανε.
Ξαναγεννήθηκαν.
Από τις στάχτες.
Ελλάδα.
Κύπρος.
Αίγυπτος.
Τυνησία.
Μαρόκο.
Τουρκία.
Γαλλία.
Ισπανία.
Ιταλία.
Τις αγάπησα.
Τις πόνεσα.
Είναι αίμα μου.
Πνοή μου.
Αναπνοή μου.
Αν ζήσω, θα ψάξω και τις άλλες.
Τις υπόλοιπες.
Τις σκέφτομαι.
Περιμένουν.
Το ξέρω.
Μεσό-γαια μου.
 

29. ΑΠΑΝΘΡΩΠΕΣ ΠΟΛΕΙΣ
Περιπλανιέμαι στους δρόμους.
Στα στενά.
Μεσημέρι.
Σε μια άδεια πόλη.
Σε ένα άδειο ουρανό.
Μιλάω με τον σκύλο, στη γωνία.
Η πόλη βράζει.
Αυτή που μας σέρβιραν.
Δεχτήκαμε.
Να τη φάμε.
Δεν απαιτήσαμε.
Κάτι άλλο.
Διαφορετικό.
Κάτι που είδαμε αλλού.
Σε άλλες πόλεις.
Εκτός συνόρων.
Δεν είχαμε το κουράγιο.
Να φωνάξουμε.
Δεν ενώσαμε τις φωνές μας.
Περπατώ.
Κανένα παγκάκι.
Που να ξαποστάσω?
Η άσφαλτος αναπνέει.
Ξεφυσάει καρκίνο.
Κάτι να κάνουμε.
Ότι θέλαμε για μας.
Ότι ονειρευόμαστε.
Αυτό να ζητάμε.
Και για τους άλλους.
Το διπλανό μας.
Τον γείτονα.
Τον διαφορετικό.
Τον ξένο.
Μαζί να κυνηγάμε.
Είναι η ώρα.
Η κατάλληλη.
Το θέλω.
Επιδιώκω.
Απαιτώ.
Ονειρεύομαι.
Κυνηγάω τη ζωή.
Εσύ?
Εσείς?
Ελάτε μαζί μου.


30. ΧΕΡΙΑ.
Ξεκινά γεμάτο.
Δεν χωράει άλλους.
Τρέχουν πίσω.
Όποιος το χάσει, χάνεται.
Τη δουλειά του.
Τη τροφή του.
Την ύπαρξη του.
Απ’ τα βαγόνια, ξεφυτρώνουν.
Χέρια απ’ τα παράθυρα.
Κρέμονται από τη σκεπή.
Απλά τραβάνε.
Τα χέρια δεν ρωτούν.
Είναι ξένος?
Που γεννήθηκε?
Τι γλώσσα μιλάει?
Αν πιστεύει?
Και που?
Σε ποιον θεό?
Χέρια ενός κατώτερου θεού.


31. ΑΠΟΓΡΑΦΗ.
Ήταν μαύρος.
Φτωχός.
Ναυτικός.
Στην υπηρεσία του θεού.
Πίστευε.
Δούλευε νύχτα μέρα.
Κάθε μέρα.
Κάθε νύχτα.
Μέχρι το χειμώνα.
Τον τελευταίο.
Στη μέση της δουλειάς, τον άρπαξε ο θάνατος.
Από τα μαλλιά.
Τον πήρε μαζί του.
Η απογραφή του?
Καμωμένη από σκουριασμένα παλιοσίδερα.
Σπασμένα γυαλιά.
Φαλακρές σκούπες.
Φαγωμένα παπούτσια.
Άδεια μπουκάλια.
Μεταχειρισμένα σεντόνια.
Ταξιδεμένες ρόδες.
Κοσμογυρισμένα πανιά.
Ηττημένες σημαίες.
Διαβασμένα γράμματα.
Ξεχασμένες λέξεις.
Νερά βροχής.
Δούλευε με σκουπίδια.
Από εκείνα, προέρχονταν τα πάντα,
Το καθετί.
Ζωή βιωμένη.
Από τα ανέγγιχτα πράγματα.
Δεν άξιζε τίποτα.
Ώστε να του δώσει μορφή.
Το ανέγγιχτο είχε πεθάνει.
Χωρίς να γεννηθεί.
Η ζωή παλλόταν.
Μόνο στις ουλές.


32. ΤΕΛΟΣ
Πεθαίνοντας, όλα τελειώνουν.
Ο χρόνος.
Όλα.
Όσα διάβηκες.
Όσα ήθελες.
Όσα ονειρευόσουνα.
Απαιτούσες.
Ζητούσες.
Σκεφτόσουν.
Όσα πρόλαβες.
Μέχρι εκεί.
Τέλος.
Ο χρόνος σταματά.
Μόνο για σένα.
Ο νεκρός περπατά.
Έχει επιθυμίες.
Μιλά με άλλα κορμιά.
Με άλλα ονόματα.
Σε άλλο μέρος.
Σ’ άλλο χρόνο.






35.ΜΑΝΑ ΜΙΑ

Εσύ με έβγαλες.
Δυσκολεύτηκες.
Υπέφερες.
Πονούσες.
Όπως όλες.
Τις αληθινές.
Άντεξες.
Από μικρή στα βάσανα.
Λίγους λάτρεψες.
Τους έχασες νωρίς.
Έφυγε η γη, απ’ τα πόδια σου.
Τους πήρε στη κοιλιά της.
Δεν τους χάρηκες.
Όσο ήθελες.
Τη μάνα σου.
Τον αδερφό σου.
Τον άντρα σου.
Έλεγες: γιατί θεέ μου!
Πολλοί σ’ αγάπησαν.
Σε τίμησαν.
Τους βοήθησες.
Όσο μπορούσες.
Λάτρευες τον Γιώργο σου.
Μόνο.
Ανάπνεες για κείνον.
Ζούσε μαζί του.
Αληθινά.
Ήταν ο τοίχο σου.
Ακουμπούσες.
Σε προστάτευε.
Έφυγε.
Σε ξέχασαν.
Όλοι.
Σχεδόν όλοι.
Ξαφνικά.
Το σπίτι, κάποτε, ήταν γεμάτο.
Χαμόγελα.
Φωνές.
Τώρα?
Νέκρα.
Σιωπή.
Ερημιά.
Μόνο πίνακες.
Δικοί του.
Παντού.
Φωτογραφίες.
Δικές του.
Των παιδιών.
Έλεγες:
Τον στράγγιξαν.
Με γέμιζε.
Με ανάσταινε.
Με αναγέννησε.
Με στήριζε.
Με χάιδευε.
Τώρα?
Μ’ ακούει κανείς?
Είμαι ζωντανή νεκρή.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΚΑΙ ΣΑΝΤΕΞΗ.
( Γράφτηκε 4-9-2010, για την μάνα του Δέσποινα.
Θα είναι και ο επικήδειος λόγος της . . . .)







36.ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ.

Μικρή.
Κορίτσι.
Γυναίκα.
Σύζυγος.
Μάνα.
Γριά.

Γυναικούλα.
Γυναικάκι.
Γυναικάρα.
Μαμή.
Νοικοκυρά.
Δούλα.

Δραστήρια.
Κατεργάρα.
Χειραφετημένη.
Ευαίσθητη.
Απλοϊκή.
Πονηρή.
Απρόβλεπτη.
Κουτσομπόλα.
Μαλλιοτραβήγματα.



Έχει λεπτότητα.
Κομψότητα.
Προσωπικότητα.

Είναι Μοιραία.
Πόρνη.
Ολοκληρωμένη.
Εντυπωσιακή.
Κυρίαρχη.
Θελκτική.
Ερωτική.
Ζηλιάρα.
Μάγισσα.
Φεμινίστρια.

Πρώτη η Εύα.
Ανδρικό δημιούργημα.
Αυτή έφτιαξε.
 
Η ανθρώπινη φαντασία.

Γεμίσαμε Μαρίες.
Αλλά και κάποιες Κατίνες.
Ποιο πολλά είναι τα θέλω της.
Από τα πρέπει.



//////////////////////////
///////////////////////////////////////////



37.ΦΙΛΟΣ
Τον διαλέγεις.
Ξεχωρίζει.
Σαν τις οάσεις της ερήμου.
Το αστέρι στο διαλυμένο σύννεφο.
Το νησί του ωκεανού.
Δύσκολη επιλογή.
Η διάρκεια ενώνει.
Ή διαλύει.

Άλλοι από παιδιά.
Τη γειτονιά.
Το σχολείο.
Το στρατό.
Ένα γεγονός.

Σύνδεση συναισθηματική.
Κοινωνική.
Ιδεολογική.

Φίλος με τη σοφία.
Τη λογική.
Το σεβασμό.
Τη σκέψη.
Με τον κόσμο.
Τον εαυτό του.

Αμοιβαία αγάπη.
Εκτίμηση.
Εμπιστοσύνη.
Μοιρασιά σε όλα.
Καλοί και κακοί.
Πραγματική και πλασματική.
Να τηρούνται οι αποστάσεις.

Στα δύσκολα.
Εκεί φαίνονται.
Εκεί δένονται.
Αντέχουνε.
Οι σοβαρές φιλίες.

Δεν υπάρχει εκμετάλλευση.
Μόνο στήριξη.
Κατανόηση.
Ούτε συμφέρον.
Δεν υπάρχει στο λεξιλόγιο.

Τους ενώνει μυστικό.
Υπάρχει κάλυψη.
Συνομωσία.

Με όρκο, μαζί στο θάνατο.
Διπλή αγωνία.
Σε κάθε στιγμή.
Μαζί.
Στα δύσκολα, στα εύκολα.
Σε κάθε ώρα.
Μέρα νύχτα.
Σε κάθε γωνιά της γης.

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ – ΧΑΡΙΣΜΕΝΟ, ΣΤΟΥΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ:
 
Γιώργο Πετρίδη, Χαραλαμπίδου Ρούλα, Μαριάννα Λαζαρίδου, Λευτέρη Σεβαστό, Γιάννη Τσεσμεντζή, Γιάννη Γυριχίδη, Αντώνη Πετρίδη, Γιάννη Δημητριάδη, Γιάννη Χατζηιωάννου, Γιώργο Σάσο, Χρήστο Βλάχακη, Ανδρέα Ανδρικόπουλο, Λάζαρο Τσαβδαρίδη, Νίκο Κοτρίδη.
 
ΓΙΑ ΟΤΙ ΜΟΙΡΑΣΤΗΚΑΜΕ.
 
ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΙΛΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ ΦΕΗΣΜΠΟΥΚ. ΕΚΕΙΝΟΙ ΞΕΡΟΥΝ ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ. ΜΟΙΡΑΣΑΜΕ ΜΑΖΙ ΣΚΕΨΕΙΣ, ΙΔΕΕΣ, ΑΠΟΨΕΙΣ, ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥΣ.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΑΚΙ ΣΑΝΤΕΞΗ.

38.ΦΙΛΕ ΓΙΩΡΓΟ ΣΑΝΤΕΞΗ.
(στον πατέρα μου).
Ένας.
 
Δημιουργός.
Ουράνιος.
Αφέντης.
Προστάτης.
Καθοδηγητής.
Πνευματικός.
Αληθινός.
Σύμβουλος.
Αυστηρός.
Αυταρχικός.
Φίλος.
Στοχαστής.
Καλλιτέχνης.
Αιρετικός.
Συνεργάτης.
Συναγωνιστής.
Σύντροφος.
Δάσκαλος.
Μπροστάρης.
Μόνο αυτός.

Ο ρασοφόρος είναι yialanci, πάτερ-ας.
Άλλοι έχουν-είχαν ένα πα-τέρας.
Σαν τον παππού μου.
Δεν ήταν πατερούλης του έθνους.
Στα λόγια.

Μιλούσε με τη καρδιά του.
Τα μάτια του.
Δεν πουλούσε πνεύμα.
Σ’ έδινε πνεύμα.
Το ξεχωριστό.
Το καινούργιο.
Το πρωτότυπο.

Ζητούσε, ελευθερία, αλληλεγγύη, ισότητα.
Μετέδιδε τις γνώσεις του.
Δική του σχολή, σκέψεις και πράξης.

Κάποιοι δεν καταλάβαιναν.
Δεν κατάλαβαν, και φοβάμαι, πως δεν πρόκειται να καταλάβουν.
Ψιθύριζε . . . .

Έκφραση, ήθος, συνέπεια.
Ιδεολογική καθαρότητα.
Γλαφυρότητα.
Απλότητα.
Υπομονή.

Σμίλευε το σίδερο.
Του μιλούσε.
Του δινε ζωή.
Και οποιαδήποτε μορφή.
Το έκανε μαστίχα.
Ότι ποιο τρελό φανταζόταν.
Ζούσε μ’ αυτό.
Χάρισε τα περισσότερα έργα του.
Χειροποίητα όλα.
Πίνακες όνειρο.
Αποτύπωνε τον εσωτερικό του κόσμο.
Μεγαλείο.
Ζωγράφιζε μουντά.
Σκούρα χρώματα.
Μελαγχολικά.
Ευαίσθητα.
 
Με τη γραφή του, σφράγιζε ιστορικές διαδρομές.
Ζωής.
Έδινε τον δικό του τόνο.
Μοναδικό.
Στην άχρωμη ζωή μας.

Ανώτερη προσωπικότητα.
Τον ζήλευες, όταν συζητούσες.
Όχι για τις γνώσεις του.
Για τον ξεχωριστό, καινούργιο τρόπο.
Τον άκουγες, και δεν είχες σχέση με τη πραγματικότητα.
Ή ήσουν μακριά από αυτήν.
Έδειχνε τον ψυχικό και πνευματικό του μεγαλείο.
Αρκετοί οι τυχεροί.

Πατέρα μ’ ακούς?
Συνεχίζω.
Όπως μπορώ.
Όσο μπορώ.
Όσο αντέχω και αντέξω.
Προσπαθώ.
Θα δεις.
Ξυπνάει ο κόσμος.
Μοιάζουμε φίλε μου.
Σε πολλά.
Στα περισσότερα.

ΣΑΝΤΕΞΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
 
17-2-1939 * 1-8-2004
ΕΓΡΑΨΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
Εγώ παιδί μου, δεν ξέρω γράμματα.
*μαδημένα τριαντάφυλλα.
*αποχαύνωση και μεταθανάτια κβαντομηχανική
*γνώση ενός κόκκου ρυζιού

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟ, ΗΤΑΝ ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 2003.
ΗΘΕΛΕ, ΝΑ ΠΡΟΛΑΒΕΙ ΝΑ ΤΥΠΩΘΕΙ, ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ.
ΣΕ 7 ΜΗΝΕΣ, ΔΕΝ ΘΑ ΖΟΥΣΕ.
ΕΚΑΝΑ ΤΗΝ ΑΡΧΗ, ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥ, ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ-ΣΧΟΛΙΑΣΜΟ, ΣΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ:
Αν ξεκινούσα με διπλό χαρακτηρισμό, για τον φίλο πατέρα μου, θα τον αποκαλούσα Αιρετικό Δημιουργό.
Επαναστάτης της ζωής του, που πάντα ξεχώριζε.
Λίγα λεπτά συζήτησης μαζί του έμοιαζαν σαν το τάισμα πουλιών από στόμα σε στόμα.
Μάγευε με τις γνώσεις του και τα λόγια ουσίας, ήταν πάντα με τεκμηριωμένα στοιχεία, προσκαλώντας τον υγιές σκεπτόμενο συνομιλητή του σε γόνιμο διάλογο.
Βοήθησε δεκάδες άτομα, όμως λίγοι ήταν αυτοί που ανταποκρίθηκαν και ανταπέδωσαν.
Τους έδινε γνώση και αγάπη και ήθελε μόνο αγάπη χωρίς συμφέρον.
Το σύγγραμμα σου, πατέρα, έχει θέση στο αγαπημένο μου οστεοφυλάκιο.
Δίπλα στον Σωκράτη, Βούδα, Νίτσε, Καζαντζάκη, Καστοριάδη και Ραφαηλίδη θα υπάρξει του Σαντεξή.
Όλοι σας είχατε ένα κοινό γνώρισμα: ήσασταν άθεοι.
 
Σ’ ευχαριστώ, το παιδί σου Άκις Σαντεξής

20 ΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙ, ΠΡΟΛΑΒΕ ΚΑΙ ΠΗΡΕ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ, ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΥΠΩΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ.
Μ’ ΕΓΡΑΨΕ:
 
Με πολύ αγάπη στον Άκη μου, στο βαθύ στοχασμό του για τη ζωή και γνώση.
 
Ο πατέρας σου Γιώργος.

Υ.Γ. : ΜΕΤΑ ΑΠΟ 2.240 ΜΕΡΕΣ, ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΕΚΤΑΦΗ ΤΟΥ. ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΣΕΒΟΜΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΜΑΣ, ΚΑΙ ΟΥΤΕ ΠΟΤΕ ΗΣΥΧΑΖΟΥΝ.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΑΚΙ ΣΑΝΤΕΞΗ.





…………………………………………………………………….


39. ΑΣΤΕΡΙ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Τ’ αστέρια νίκησαν το σκοτάδι.
Ξάπλωσα ανάσκελα.
Στη παγωμένη άμμο.
Κρυστάλλωσαν οι κόκκοι.
Παρέα με τις σκέψεις.
Τους φόβους, τις ελπίδες.
Αφιλόξενη.
Το πρόσωπο μου, ηρέμησε.
Το χάιδευαν τ’ αστέρια.
Κάθε στιγμή πλήθαιναν.
Ήταν εκατομμύρια.
Με χαμογελούσαν.
Με στέλνανε ενέργεια.
 
Νικήσανε με τη λάμψη τους.
Γιατί τρέμουν τα άστρα ?
Προαισθάνονται.
Σύντομα θα κάνουν επιδρομή.
Και σε άλλα αστέρια του ουρανού.
Κοιτάζαμε τον αγαπημένο μας, Σείριο.
Με δακρυσμένα μάτια.
Με τη καρδιά να πάλλεται.
Σε άγνωστες συχνότητες.
Για μας.
Ο δρόμος του χρυσού αστεριού, χάθηκε.
Αναμείχθηκε με τη σκόνη της ερήμου.
Την αιώνια παρουσία του.
Γέμισε ο ουρανός.
Νεκροί πλανήτες.
Έχουν χρόνια που σβήσαν.
Αλλά φωτίζουν.
Ως πότε?

Ανατολή.
Ο ουρανός από άσπρος, έγινε γαλάζιος.
Η κίτρινη άμμος, πορτοκαλιά.
Οι μαύροι βράχοι, γέμισαν ανταύγειες.
Αόρατα έντομα.
Στο χρώμα της άμμου.
Ο ήλιος καυτός.
Η ατμόσφαιρα ξηρή.
Μάτωνε η μύτη μας.

Μας περίμενε μια έκπληξη.
Μικρά παιδιά, έτρεχαν στο καραβάνι.
Αλαλάζοντας.
Μεγάλα μαύρα μάτια.
Ερεθισμένα με τσίμπλες.
Τα χείλη τους, σημαδεμένα.
Από μύγες.
Ήταν μέσα στη σκόνη.
Σαν αλευρωμένα ψάρια.
Φύγανε γρήγορα.
Σαν μαυροπούλια.

Οι ετοιμοθάνατοι καθυστέρησαν το θάνατο τους.
Τα μωρά βιάστηκαν να γεννηθούν.
Την προηγούμενη δεν κοιμήθηκε κανείς.
Την επομένη δεν ήθελε κανείς να ξυπνήσει.

Ένοιωθα σα τυφλός.
Σοφός γέροντας.
Όλοι με σεβόντουσαν.
Έβλεπα με τα μάτια της ψυχής μου.
Καταλάβαινα από τις φωνές.
Πως είναι και τι θέλουν.
Όσοι με σεβόντουσαν.
Έναν έψαχνα.
Με ήταν αρκετός.
Η ενέργεια δεν βρίσκεται έξω.
Ήταν γύρω και μέσα μου.
Οι υπόλοιποι θα την ανακαλύψουν.
Όταν είναι εσωτερικά έτοιμοι.
Τους προετοίμασα.
Όσο μπόρεσα.
Τους έλεγα.
Δυνατά, φώναζα:
Βρήκα τη μούσα μου.
Η τέλεια ανατροπή.
Όλα αντίθετα.
Ανάποδα.
Τις αποκάλεσαν φυσικές καταστροφές!
Λες και η φύση είναι ο θύτης.
Και όχι το θύμα.
Τη μέρα είχε πανσέληνο.
Τη νύχτα ο ήλιος κρύωνε.
Τα κύματα στεγνώσανε.
Σπασμένα κλαδιά ισιώνουν.
Κεραυνοί επιστρέφουν στα σύννεφα.
Τα δέντρα χώθηκαν στη γη.
Έβλεπες παντού ρίζες.
Τα ποτάμια, γύριζαν στις κορφές.
Τα χιόνια μαυρίσανε.
Τα πουλιά κολυμπούσανε.
Κοκκίνισε η θάλασσα, ο ουρανός.
Ο ιστός της αράχνης, κοκάλωσε.
Οι φλόγες κροτάλιζαν.
Τα άλογα γαυγίζανε.
Οι λιμνοθάλασσες πρασίνισαν.
Ο θηλυκός Rimbaud.
Με πνεύμα Osho.
Ένας παγκόσμιος φάρος.
Ψιθύριζα:
Ζούμε με κρέατα.
Σάπια.
Σε αποσύνδεση.
Πρησμένα.
Σκουληκιασμένα κουφάρια.
Μέσα τους γεννιούνται μύγες.
Εγκεφαλικά αδύνατες.
Τόσο μπορούν.
Όσο αντέχουν.
Λίγες μέρες λένε ζουν.
Νομίζουν ότι ζουν.
Είναι ζωντανοί ,νεκροί.
Τρέξε να σωθείς.
Εξαφανίστηκε, απότομα.
Όπως εμφανίστηκε.
Αστερόσκονη.

Το όνομα μου, είναι μισοσβησμένο.
Το μοναδικό.
Από τα δάχτυλα του κόσμου.
Η μνήμη βρίσκεται φυλακισμένη.
Πάντα πίσω μας, υπάρχουν.
Κάποιοι που ζουν μόνο για μας.
Μια ψυχή είναι αρκετή.

Με έμαθε το ποίημα:
Πικρό σαν τη ζωή.
Γλυκό σαν το θάνατο.

Dum Spiro Spero

MCCCXIII
ԹՎ ՉԿԲ
壬子癸丑

ΑΠΟ ΤΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΑΚΙ ΣΑΝΤΕΞΗ

40. PARIS
 
Λες και κτίστηκε πάνω σε 1.000 αστέρια.
Ζεις σήμερα, τα χρόνια του χθες.
Γεμάτη ιστορίες.
Επαναστάσεις.
Των φώτων.
Του έρωτα.
Της διανόησης.
Της ποίησης.
Των ζωγράφων.
Των βιβλίων.

Αναγέννηση.
Διαφωτισμός.
Διακήρυξη δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Κέντρο ανανεωτικών, καλλιτεχνικών ρευμάτων.
Ματαρόα.
Αποικίες.

Σαντιγύ.
Κρασί.
Σαμπάνια.
Γεύσεις.

Γαλάτες.
Νορμανδοί.
Φράγκοι.

Πουατιέ.
Πριν την αραβική Ευρώπη.
Νύχτα του αγίου Βαρθολομαίου.
Για τα πιστεύω του χρήματος.
Μαύρη πανώλη.
Εκατονταετής πόλεμος.
Επταετής.
Επανάσταση του 1789.
Η αγαπημένη μου, της ανεξιθρησκίας.
Διευθύντηριο.
Σφαιριστήριο.
Τρομοκρατία.
Κομμούνα του Παρισιού.
Μάης ’68.
Πάντα χαμένοι.
Οι ξεσηκωμένοι.
Σε όλες τις εξεγέρσεις.


Ορεινοί.
Αβράκωτοι.
Κορδελιέροι.
Εβερτικοί.
Γιρονδίνοι.
Μαρά.
Ροβεσπίερος.
Δάντων.
Ναπολέων.

Ιωάννα της Λωραίνης.
Μαρία Αντουανέτα.

Αγιάννης.
Ιαβέρης.
Εσμεράλντα.
Κουασιμόδος.

Άιφελ.
Λούβρο.
Σηκουάνας.
Νοτρ- Νταμ.
Τροκαντερό.
Σαν Ελυζέ.
Μονμάρτρη.
Σορβόννη.
Κεραμεικό.
Βαστίλη.
Βερσαλλίες.
Όπερα.

Αχ, Παρίσι μας.
Κορυφαία.
Ονειρεμένη.
Την ακούς, να κελαηδάει.
Με το μυστήριο της.

Αν ήταν θεατρική παράσταση, θα χειροκροτούσες.
Ασταμάτητα συνεχόμενα.
Δυνατά με πονεμένα χέρια.
Θα φώναζες άφωνος.
Θα πέταγες φλόγες απ’ τα μάτια.

Σα μια ασθενική λάμπα.
Που μαζεύονται γύρω πεταλούδες.
Έτσι είσαι.
Τα σαμιαμίδια, στους τοίχους τρέχουν να κρυφτούν.
Απορημένα.

Σα κεραυνός που σε γλυκαίνει.
Τα κύτταρα σου κοχλάζουν.

Σα γλύκισμα, είσαι.
Που δε θέλω να σε φάω, μη τελειώσεις.
Σε απολαμβάνω.
Αργά και βασανιστικά.
Κομματάκι –κομματάκι.
Τα δάκτυλα μου, έχει πάνω τη νοστιμιά σου.
Την υπογραφή σου.

Σα να βρήκες την Ατλαντίδα σου.
Το βασίλειο σου.
Όνειρο των ονείρων.
Πόλη των πόλεων.
Μαγεία με μαγιά.
Έλξη κουλτούρας.
Μαγνήτης χρωμάτων.

Τραυλίζεις.
Φοβισμένα.
Σοκαρισμένα.
Μουδιάζεις.
Όταν την αφήνεις.
Που δε μένεις εκεί.
Με μια ελπίδα, επιστροφής.
Στη παριζιάνικη αύρα . . . .
je t'aime








41. ΦΥΛΑΚΕΣ
Τα εγκλήματα δεν εμφανίζονται.
Πουθενά.
Ούτε στις ειδήσεις.
Όπως οι πόλεμοι.
Φυσιολογικά φαινόμενα.
Κανιβαλισμού.
Οι εγκληματίες, κυκλοφορούν ελεύθεροι.
Οι φυλακές δεν είναι για όσους, εξολοθρεύουν τα πλήθη.
Μπαίνουν αυτοί που πρέπει.
Αυτοί που δε αξίζουν ναναι εκεί.
Που δε έχουν να πληρώσουν το ψεύτη κουστουμαρισμένο λαοπλάνο.
Που δε έχουν να ζήσουν έξω.
Και κλέβουν.
Να ταίσουν τα παιδιά τους.
Και τους τσουβαλιάζουν.
Με τα παράσιτα.
Της νύχτας, τους εμπόρους ναρκωτικών.
Τους παιδεραστές τους εγκληματίες.
Γιατί?
Πρόνοια, καταστολή?
Λύπουν.
 
Απο τις αμορφωτες κοινωνίες.
Που χτίζουν εκκλησίες αντί σχολέια.
Που παραμορφώνουν συνειδήσεις.
Με το σταυρό.
Που ναι ο θεός τους να τους σώσει?
Ένας θεός ξέρει που κρύβεται.
Φυλακές, τι είναι ?
Εργατικές πολυκατοικίες των φτωχών.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΑΚΙ ΣΑΝΤΕΞΗ

42. ΞΥΠΝΑ ΚΑΝΕ ΚΑΤΙ

Τώρα με βλέπεις.
Είσαι στη δεύτερη σειρά.
Το κατάλαβα.
Είσαι τυχερός.
Απ’ τη μειοψηφία.
Φαντάσου να ‘σουνα τυφλός.
Ή αγράμματος.
Δεν έφτανες ποτέ εδώ.
Σκέψου, για κάποια δεύτερα.
Πάγωσες.
Θα τρελαινόσουνα.
Αλλά σε λίγο θα το ξεχνούσες.
Όπως κάνεις πάντα.
Ένα θα σε πω:
Βλέπεις στη TV, ειδήσεις.
Τρώς πίτσα.
Ωραία.
Όχι για πολύ.
Περίμενε.
Μη βιάζεσαι.
Δείχνει σκηνές από Αφρική.
Παιδάκια γυμνά.
Τουμπανισμένα.
Τα ματάκια τους, και τα χείλη, μες τις μύγες.
Αντιδράς.
Δεν αλλάζεις κανάλι.
Κάτι χειρότερο.
Χλαπακιάζεις το κομμάτι σου.
Μη στο φάει το παιδάκι.
Μη φοβάσε.
Δεν τη ξέρει.
Ούτε το κρέας.
Ούτε το σχολείο.
Γιατί δε θα προλάβει να πάει.
Δε ζούνε.
Σαν εσένα.
Σαν εμάς.
Χαλάστηκες ?
Τι να κάνεις ?
Όλα είναι απλά.
Αλλά δε θέλουμε να τα κάνουμε.
Να στερηθούμε.
Δε περισσεύουνε.
Σε καταλαβαίνω.
Όλα στη ζωή μας είναι διπλά.
Κινητά, σπίτια, αυτοκίνητα.
Μη περιμένεις το κράτος.
Εσύ είσαι.
Περιορίσου.
Όχι για σένα.
Όλοι μαζί.
Και ο καθένας μόνος.
Όλα σε βάθος χρόνου, φαίνονται.
Λιγόστεψε τα διπλά.
Να πετάς ότι πρέπει.
Όταν πρέπει, και όπου πρέπει.
Ανακύκλωνε.
Μείωσε ότι σε δροσίζει.
Οι επόμενοι θα υποφέρουν.
Αν έχεις παιδί ?
Εσύ το σκοτώνεις.
Κάθε λεπτό.
Με ανοησίες.
Ψευτομαγκιές.
Εγωιστικές.
Απρογραμμάτιστες.
Το μεγαλώνεις με το ψέμα.
Και το κάνεις προβατάκι.
Έτσι σε ήθελαν.
Και συ ?
Εκδίκησε το παιδί σου ?
Μαριονέτα.
Αστο ελεύθερο.
Με το ζόρι.
Το πάρε –δώσε.
Των παραδόσεων.
Του κώλου !!!
Ήθη και έθιμα !!
Ποιανού ?
Ας μέναμε τότε σε σπηλιές.
Αυτό ναι.
Ας μπουσουλάμε τότε.
Γαμώ τις εντολές σας.
Τα μεγαλώνουμε με ψέμα.
Και μίσος.
Για όλους τους άλλους.
Με όπλα και σύνορα.
Βρισιές και καταχρήσεις.
Ξέρω δε τα κάνεις.
Εσύ ?
Ποτέ !!
Εσύ σωστός ?
Ο τέλειος ?
Ο καλύτερος ?
Σοβαρά ?
Κοκκίνισες.
Όχι από αίμα.
Κοίτα χαμηλά.
Λερώθηκες.
Από τη πίτσα.







43. Σκόρπια λόγια
Συγκεντρωθείτε στο φυσικό σας σώμα.
Το όχημα που πρέπει να τιμάτε και να φροντίζετε.
Το τυλίγει μια ολόχρυση αύρα, που ξεκινάει από μέσα του.
Χαρείτε αυτό τον χώρο.
Νιώστε τον, αγαπήστε τον.
Στρέψτε τη σκέψη σας στο χώρο της καρδιάς.
Είναι ένα φως που πάλλεται.
Μπείτε μέσα σ’ αυτό και ανίχνευσε το.
Στο βάθος, υπάρχει ένα άνθος λωτού.
Με κλειστά τα πέταλα του.
Προσπαθήστε να το κάνετε να ανοίξουν.
Αρχικά η πρώτη σειρά.
Μετά η δεύτερη, η τρίτη.
Και στο τέλος, τα εσωτερικά του πέταλα.
Ναι, καταλαβαίνω, είναι αρκετά δύσκολο.
Σιγά-σιγά, ανοίγουν αυτά.
Στο βάθος βλέπετε ένα σημείο με πολύ φως.
Σας θαμπώνει τα μάτια.
Είναι η γέφυρα σας, με τη δύναμη των δυνάμεων.
Ακούστε την, που κτυπάει, για εσάς.
Και για όσους αγαπάτε.
Τώρα φανταστείτε ένα διαμάντι επάνω στο κεφάλι σας.
Γεμίστε τον εγκέφαλο σας, με αυτό.
Καθαρίστε τις σκέψεις σας, και ενώστε τες με το φως της καρδιάς.



……………………………………………………………………
.
44. AL SAHARA

Η ώρα περνούσε ξένοιαστα.
Η ζέστη καταλάγιαζε και τα χρώματα ηρεμούσαν.
Στα μέρη αυτά, ο χρόνος μετράει.
Δρόσιζε, και ο αέρας γέμιζε μυρωδιές.
Ο φωτισμός ήταν πολύ χαμηλός.
Δεν ενοχλούσε.
Ψηλά τ’ αστέρια μας χαμογελούσαν.
Τα χαμογέλασα και ’γω.
Θολά κι αυτά.
Μια προστατευτική ακτινοβολία, ερχόταν και με τύλιγε.
Η πόλη φαινόταν νεκρή.
Μια πράσινη γραμμή στο ορίζοντα, ανήγγειλε τον ερχομό του ήλιου.

Άνοιξα τα μάτια μου στη ομορφιά που με περιβάλλει.
Κοντά σε καλύβες, περίεργα πρόσωπα.
Με διάφορες εκφράσεις και στάσεις.
Ανακατεμένα με ζώα.
Γυναίκες κοπάνιζαν το σπόρο στα τεράστια γουδιά.
Άντρες στις πιρόγες.
Ένα μικροσκοπικό πουλί κυνηγούσε μύγες της ερήμου.
Απρόθυμες καμήλες.
 
Σταμάτησα σ’ ένα γέρο.
Με άσπρο γενάκι και πολύχρωμο κυλινδρικό καπέλο.
Είχε μπροστά του μισοσκισμένα βιβλία.
 
Με έκανε νόημα να τα πάρω στα χέρια μου.
Να τα δω από κοντά.
Γονάτισα και άρχισα να ψάχνω.
Τα περισσότερα ήταν στα αραβικά.
Ήταν θρησκευτικά, τα πιο πολλά.
Με δωσε ένα ταλαιπωρημένο βιβλίο.
Με σκούρο γαλάζιο εξώφυλλο.
Γεμάτο σύμβολα.
Φωτογραφίες, σχήματα.
Αυτό ήταν, είπα.

Περπατούσα στα στενά δρομάκια.
Σπίτια καφετιά από πηλό, με στρογγυλεμένες τις γωνίες.
Οι αυλές περιφραγμένες με τον ίδιο τύπο τοίχου.
Σύννεφα από κουνούπια τσιμπούν ανελέητα.
Γύρισα σπίτι και ρίχτηκα στο διάβασμα.
Ήταν βιβλίο, πολύ πυκνό.
Κάποιες σελίδες, ήταν μισοσβησμένες.

Άκουσα κάτι σα μπουμπουνητό.
Κανένα σύννεφο δε φαινόταν.
Η ζέστη πριν τη βροχές, ήταν πολύ ενοχλητική.
Σε πέντε λεπτά, ένας βίαιος άνεμος άρχισε να σαρώνει τα πάντα.
Μας προειδοποιούσε ότι ερχόταν βροχή καταρρακτώδης.
Μια συρροή από κεραυνούς που ο ένας διαδέχονταν το άλλο, τόσο γρήγορα.
Που σχημάτιζαν μια φωτεινή κουρτίνα.
Η βροχή έπεφτε οριζόντια από το φοβερό αέρα.
Έδερνε αλύπητα σ’ ότι ακουμπούσε.
Κράτησε δύο αξέχαστες ώρες.

Μετά από λίγο, βγήκα έξω.
Δεν είχε λάσπη, γιατί το έδαφος ήταν αμμώδες.
Παρά τον αέρα και τη βροχή, τα κουνούπια άρχιζαν το νυχτερινό τους κυνήγι.
Τα φύλλα των δέντρων, λες μεγαλώσανε σε λίγες ώρες.
Φαίνονταν χαρούμενα, στολισμένα με δροσοστάλες.
Οι δρόμοι γέμισαν παιδικές φωνές.
Έτρεχαν αγόρια και κορίτσια γύρω, σα χαρούμενα ζωάκια.
Ξυπόλυτα, ημίγυμνα και βρώμικα.
Φωνάζανε: καντό, καντό.
Σημαίνει δώρο στα γαλλικά.
Είχα καραμέλες για τέτοιες περιπτώσεις.
Απλώσανε τις χούφτες τους.
Τρελαίνονται και για στιλούς, μολύβια.

Κοιμήθηκα ανήσυχα εκείνη τη νύχτα.
Ονειρευόμουν ανθρώπους που πετούσαν με μάσκες.
Και άλλους με φτερά και κεραίες.
Υπήρχαν γκρεμοί και από χαράδρες έβγαιναν φλόγες.
Που προσπαθούσαν να με γλύψουν.
Και ξαφνικά, εξαφανίζονταν όλα.
Η έρημος, γέμισε χορτάρια και θάμνους, πελώριους.
Από πύρινη θάλασσα.
Που συνέχεια φούντωναν.
Έβλεπα στενές σήραγγες, που δε μου επέτρεπαν να περάσω.
Ένα φως στο βάθος, ένα αστέρι.
Ζητούσα βοήθεια να μεγαλώσει η σήραγγα.
Αναζητούσα βοήθεια.
Καμιά παρουσία ζωής.
Κανένας άνθρωπος, κανένα ζώο.
Μπροστά μου εμφανίστηκε μια μεγάλη γαλάζια σφαίρα.
Έτσι θα ήταν στη γέννηση της, η Γη.
Η γη είναι ένα κοσμικό αυγό, που έχει μέσα της τέσσερα στοιχεία:
Αέρα, φωτιά, νερό, μέταλλο.
Γκρίζες οι ήπειροι, κινούνταν γρήγορα επάνω στο σκούρο φόντο των ωκεανών.
Και ξαφνικά γέμισε πρόσωπα όλων των φυλών, με καπέλα.
Άντρες, γυναίκες με ρυτίδες, με χαραγμένα μάγουλα.
Έρχονταν προς εμένα.
Ο ουρανός γέμισε κόκκινα γράμματα, και κείμενα.
Χαρακτήρες άγνωστους.
Έβρεχε καυτές σταγόνες.
Περπάτησα προς τον ήλιο.
Με έπιασε πανικός.

Ξύπνησα χαράματα από τον εφιάλτη.
Το πρωινό ντους αποδείχτηκε μια δοκιμασία, αφού το νερό ήταν παγωμένο.
Ετοιμάστηκα γρήγορα, και έφυγα για τους αμμόλοφους.
Βλέπω μια μάζα να λικνίζεται χωρίς να κινείται.
Ήταν το ξύπνημα εκατοντάδων πουλιών.
Καθένα προσπαθούσε να φανεί πιο άξιο από τα άλλα, σε λαρυγγισμούς και ένταση.
Πετούσαν ολόγυρα, βουτούσαν προς τα κάτω.
Περνούσαν από μπροστά μου.
Για να ανέβουν κατακόρυφα και να σμίξουν με τους συντρόφους τους.
Στις ψηλές κορφές των δέντρων.
Και παρέα να κάνουν μια νέα βουτιά για να υμνήσουν το φως.
Ένα ενιαίο σώμα, σα κυματισμός.
Η σκόνη μας έπνιγε.
Τη προτιμάς, αν δε μπορείς να κρυφτείς.
Στο βάθος διέκρινα μια πορτοκαλιά γραμμή.
Έτρεξα γρήγορα και πρόλαβα το δίσκο του ήλιου, μισό ακόμα.
Τα πουλιά ακούγονταν στο βάθος.

Υπήρχαν μόνο δύο βράχοι.
Ενωμένοι, αγκαλιασμένοι, ερωτευμένοι.
Βρέθηκα μέσα σε ένα πανηγύρι χρωμάτων και της βουής.
Φάνταζαν σα πλεούμενα σπίτια.
Καραβάνι, καμήλες από μακριά.
Πλησίαζαν, καλπάζανε σα να με χαιρετούσανε.
Ο ουρανός είχε αρχίζει να παίρνει εκείνο το πορφυρό χρώμα πριν ροδίσει.

Η άμμος έμπαινε κρύα στα σανδάλια μας.
Περπατούσαμε με κόπο πάνω της.
Έμοιαζε να καταβροχθίζει κάθε μας βήμα.
Που και που συναντούσαμε κάποιο καχεκτικό δέντρο.
Έτοιμο να μας προσφέρει ίσως αργότερα τη λιγοστή σκιά του.
Η σκιά του, ζωγράφιζε μακριά από αυτό, ένα παράξενο μακρουλό σχήμα επάνω στην άμμο.
Οι αμμόλοφοι, αιωρούνταν στη πυκνή κυματιστή ατμόσφαιρα.
Τα μάτια μας είχαν πάρει το χρώμα της άμμου.
Κατεβήκαμε κουτρουβαλώντας τον αμμόλοφο.
Φωνάζοντας και παίζοντας σα παιδιά.
Απομακρύναμε ένα στρώμα άμμου, αυτό το ελαφρύ χάδι, με τα χέρια.
Ελπίζοντας, ότι πιο μέσα θα έκαιγε λιγότερο.
Τα πάντα γύρω ήταν πασπαλισμένα με άμμο.
Σα μια ωραία τούρτα με ζάχαρη.
Προχωρούσαμε γεμάτοι σκόνη και ιδρώτα.
Ο ήλιος μας χτυπούσε αλύπητα.
Η δίψα μας έφερνε απελπισία.
Ξαφνικά, διακρίναμε από πολύ μακριά, ένα χωνί από άμμο, που ένωνε γη και ουρανό.
Ερχόταν με ταχύτητα επάνω μας.
Το κίτρινο σύννεφο, άρχισε να σαρώνει τα πάντα.
Ακουγόταν σα χαλάζι, όπου χτυπούσε.
Μας έδερνε η άμμος, αισθανόμουν να τρυπούν το δέρμα μου εκατομμύρια βελόνες.
Το σώμα μου, ταλαντεύονταν από τις παλμικές δονήσεις της θύελλας.
Μια θέριευε μια κόπαζε.
Για να ξαναπάρει φόρα για τη σαρωτική της μανία.

Το βλέμμα μου, ήταν καρφωμένο στο άπειρο.
Μια αμυδρή μαύρη κουκίδα.
Ένα σύννεφο σκόνης.
Ένα σύννεφο θλίψης στη ψυχή.
Δεν κοίταξα πίσω.

Τα αστέρια γίνονταν όλο και πιο φωτεινά.
Ένοιωθα το στοργικό χάδι της ακτινοβολίας τους.
Σήκωσα το χέρι και τα χάιδευα, απαλά.
 
Ήθελα να τα φτάσω.
Τα βλεπα, πιο λαμπερά, έτσι με φαινόταν.
Χόρευαν ρυθμικά.
Ρουφούσα τη ενέργεια τους.
Με δειχναν το δρόμο.
Με πήγαιναν έλκοντας.
Η κίνηση των αστεριών μετρούσε το χρόνο μας.
Δεν υπήρχε παρελθόν, και το μέλλον ήταν στο παρόν.




,/,/,/,/,/,/,/,/,,/,/,/,/,,,/,/,/,/,/,/,,/,/,/,/,/,/,,/,/,/,/,,/,/pa
………………………………………………………………………………………

///////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////

45. Μπερδεμένες στιγμές.
Πολλοί καταπίνουν τα εντομοκτόνα.
Που αδυνατούν να πληρώσουν.
Στην πείνα μου κάνω.
Διακοσμεί τον τοίχο, έχει καλυφτεί από ένα τεράστιο μπλε πανί.
Άκουγε τις ατέλειωτες εκφωνήσεις λόγων.
Έλιωνε από τη ζέστη.
Και την ανία.
Είναι γεμάτο σφαίρες.
Όπως κι εκείνος.
Αλλά εξακολουθεί να υπάρχει.
Στα μουσεία.
Και δεν έχει άδεια εξόδου.
Οι αμαξάδες έβριζαν.
Το μαστίγιο σφύριζε στον αέρα.
Στα μουσεία.
Και δεν έχει άδεια εξόδου.
Οι αμαξάδες έβριζαν.
Το μαστίγιο σφύριζε στον αέρα.


46. ΦΩΝΕΣ
Δεν ξεχώριζε τη συμφωνία, από την ομοφωνία.
Μιλούσε πολύ.
Ακούγοντας λίγο.
Είχε συνηθίσει περισσότερο στον ήχο της φωνής του.
Παρά στις άλλες φωνές.



47.  ΑΜΟΡΦΗ ΒΡΩΜΙΑ
Καίγονται στη φωτιά, τα άχρηστα στρώματα.
Άχρηστες πολυθρόνες.
Άχρηστα λάστιχα αυτοκινήτων.
Επαναστατικός εξαγνισμός.
Απαιτούσε τον αφανισμό.
Των ακάθαρτων.



48. ΜΟΝΟΣ.
Δεν ήθελε να του επιβάλει τίποτα.
Πρότεινε.
Συμβούλευε.
Έδειχνε.

/////////////////////////////////////////////////////////////////////

…………………………………………………………………………………………………….
49.ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΞΙΕΣ ΓΥΡΩ ΜΑΣ. Η ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ ΔΕΝ ΣΥΓΧΩΡΕΙ.
 
Να είσαι ένα βήμα μπροστά.
Να επαναστατείς στα καθιερωμένα.
Να στέκεσαι στην άλλη πλευρά του δρόμου.
Το σπάσιμο μιας αρρωστημένης κατάστασης.
Η ποίηση, η ανατροπές και οι ρήξεις δεν γίνονται με τις ευλογίες της κοινωνίας μας.
Εγκλωβισμένοι στα συστήματα, δεν μπορούμε να ξεφύγουμε.
Αντιδράστε με επιχειρήματα.
Με τη λογική, με στοιχεία.
Όταν διαφωνείς σωστά μαθαίνεις το διάλογο.
Μη τους κάνετε τη χάρη να τους ακούτε μόνο.
Φτάνει ποια.
Γίνεται μικρόφωνα.
Και όχι μεγάφωνα, φωτοτυπημένα.
Ξυπνήστε χειροκροτητές.
Γίνεται λύκοι.
Αγνοήστε τους.
Στερήστε τους το ακροατήριο που χρειάζονται.
Αφήστε τους να μονολογούν στον αέρα, αν δε σας ακούνε.
Ξέρετε πριν ανοίξουν το στόμα τους, τι θα πουν.
Μήπως και σκάσουν επιτέλους!
Όσο υπάρχουν υγιείς γύρω μας, μη φοβάστε.
Αν είναι όλοι ίδιοι, όπως λες, είσαι και συ.
Κανείς δεν θέλει το καλό σου, αν δεν προσπαθήσεις.
Τίποτα δεν ανήκει σε κανέναν.
Τα όλα ξεχάστε τα.
Μετράμε το χρόνο, λάθος και άδικα.
Επικοινώνησε, νοιώσε.
Παράνομα είναι τα όνειρα σήμερα.
Βγάλε απ’ το πετσί σου την έννοια της ιδιοκτησίας.
Με λίγα και καλά, ζούνε όλοι.
Η απληστία και η συνήθεια, μας κάνουν όλους ίδιους.
Υπάρχουν γύρω μας αξίες.
Στη οικογένεια, στο σόι σου, στη γειτονία σου, στη δουλειά σου.
Άλλοι λαοί περηφανεύονται για τους προικισμένους, τους εκλεκτούς, τους ταλαντούχους.
Εμείς τους διώχνουμε ή προσπαθούμε να τους ισοπεδώσουμε, να τους θάψουμε, να τους κρύψουμε.
Φθόνος, εμπάθεια, κακία, έχθρα, απέχθεια, πάθος, μικροπρέπεια, συκοφαντία, υπονόμευση, μίσος, ρατσισμός εκ γενετής.
 
Τίποτα δεν μας ενοχλεί περισσότερο, από την επιτυχία του άλλου.
Δεν την ανεχόμαστε, δεν την επιτρέπουμε, δεν την θέλουμε, την απαξιώνουμε, τη θεωρούμε απρεπή, άσεμνη, αντιδημοκρατική, αντιπατριωτική, ανθελληνική, αντιχριστιανική.
Δε φταίει το κράτος, φταίει η οικογένεια.
 
Το κράτος αποτελείται από πολλές οικογένειες.
Να δούμε τι συμβαίνει και να μιλήσουμε αντικειμενικά.
Χωρίς ενδοιασμούς, παρωπίδες, αληθινά.
Συμμετέχουμε και συμμετείχαμε.
Διέγνωσε, να το δεις, να ξεφύγεις.
Τι δε κάναμε σωστά?
Τα «εγκλήματα» που έρχονται, είναι λιγότερα από τις προηγούμενες γενιές.
Μη κάνουμε τα λάθη των προγόνων μας.
Με διχασμούς, εμφυλίους, πολέμους, μεγάλες ιδέες, επεκτατισμούς.
 
Ρίξτε ΟΛΑ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ !!









50. ΓΙΑΤΙ ΛΕΓΕΤΑΙ ΕΤΣΙ ?
Πως λέγεται το ένα, πως λέγεται το άλλο.
Το έχεις ακουστά, δεν ξέρεις τη σημαίνει.
Σου έχει συμβεί κι’ άλλες φορές.
Από πού βγήκανε οι ονομασίες ?
Χιλιάδες χρόνια είχαν την ίδια ονομασία?
Ποιος ονόμασε πρώτος τα πλάσματα ?
Οι πρωτόπλαστοι το παράδεισο, όπως λένε οι θεοφοβούμενοι?
Τον Αδάμ και τη Εύα, ποιος τους ονόμασε?
Ο θεός?
Ποιος θεός?
Και πως λεγόταν αυτός ο θεός?
Είχε όνομα Γιάχβε ?
Και ποιος τον ονόμασε έτσι ?
Ποιος έδωσε τα ονόματα στους θεούς ?
Ο άνθρωπος προφανώς.
Και ποιος ονόμασε τον άνθρωπο, άνθρωπο ?
Ποιοι τα επέβαλαν?
Είναι η παράδοση που μας στρίμωξαν.
Τα ήθη έθιμα τους.
Με το έτσι θέλω.
Με τη βία!

/////./,./,/,/,/,/,/,,/,/,/,//////////////,/,,/,/,,/,/,/,////////,,/,/,


51. ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ.
Πατέρα, να σε πάω, που ?
Ήσουν ανήσυχο πνεύμα.
Δεν χώραγες πουθενά.
Ούτε στη τρύπα τους.
Σε βγαλε η μήτρα της γης.
Όπως τα πρώτα σημάδια ζωής.
Όπως, τη λάβα.
Μετά από 6 χρόνια, ανενεργό ηφαίστειο ιδεών.
Σε ξέβρασε.
Σε κρύψανε, αλλά όχι για πολύ.
Δεν αναπαύθηκες, όπως σε είπε ο ρασοφόρος.
Σε δούλευε.
Ο θεούλης του, σε έστειλε στο χώμα, οι οπαδοί του, σε βγάζουν.
Ήσουν και συ πειραματόζωο του. Όπως κάθε μέρα χιλιάδες θύματα.
Και άντε εσύ, την γλέντησες τη ζωή σου.
Τον πήγαινες κόντρα.
Σε τιμώρησε, φωνάζανε οι θεοφοβούμενοι.
Τα παιδάκια, γιατί τα τυρανάει ?
Αν γεννιόσουν αλλού, θα είχες τα υπέρ και τα κατά.
Όπως και στο θάνατο.
Γεννιόμαστε ελεύθεροι, μέχρι να μας σταμπάρουν πυρωμένα.
Και μετά ?
Κάγκελα μέσα στο μυαλό σου.
Φυλακισμένος χωρίς διέξοδο, επισκεπτήριο της λογικής.
Χώρεσες μέσα σε ένα τσουβάλι.
Όπως μοίραζες σε όλους τις σκέψεις σου, με το τσουβάλι.
Δεν αναστήθηκες.
Δεν ήσουν θεός.
Γιατί ήσουν δημιουργός.
Έχω κουραστεί να κοντράρω πιστούς.
Να τα χώνω σε ιερωμένους.
Άνθρωποι είναι, σαν το θεό τους.
Ο καθένας μας, έχει μόνο ένα πάτερ.
Αυτός που δημιούργησε, έφτιαξε, πρωτογνώρισε.
Που’ σαι πατέρα, να δεις τη γράφουνε για σένα.
Τι σχολιάσανε φίλοι και γνωστοί, στο διαδίκτυο.
Που δε σε γνώρισαν καν.
Ή που διάβασαν κάποια κείμενα σου.
Ξέρω αν ζούσες, θα χες τον τρόπο να τους ευχαριστούσες.
Θα τους μάζευες, και θα συζητούσατε για ώρες ατελείωτες.
Πληθώρα θεμάτων.
Ήσουν αληθινός, στοχαστής, καλλιτέχνης, δάσκαλος,
Μα πάνω από όλα φίλος, που σεβότανε.
Με τη φωνή σου μίλησαν.
Όσοι δεν είχαν φωνή.
Μ’ αυτά που γράφω, δεν κουράζω όσους θέλουν να μάθουν.
Δεν ήθελες, γύρω σου ανθρώπους, ζωντανούς – νεκρούς.
Παρέμεινες νεκρός – ζωντανός.
Οι σκέψεις σου, μας ταξιδεύουν.
Μας οδηγούν, σε ένα πιο ελεύθερο κόσμο.
Που να ξερες πατέρα . . . .
Μυαλά ελεύθερα υπάρχουν, χιλιάδες γύρω μας.
 
Στα λόγια.
Στις πράξεις ?
Κόσμος ελεύθερος όμως . . . .
Αυτός που ποτέ δεν θα έρθει .
Δυστυχώς για κείνους, που δεν τον θέλουν.
Δεν προσπαθούν.
Τους βολεμένους, τους σάλιαγκες, τους γονατιστούς, τους κοπαδάτους, τον όχλο, τη πλέμπα.
Ελπίζουμε, ονειρευόμαστε.
Ως πότε ?
Μέχρι πότε ?
Οι νέες γενιές θα ανατρέψουν τα πάντα.
Θα το δεις πατέρα . . . .
Το βλέμμα σου, υπάρχει μέσα μας, γύρω μας, παντού.

Υ.Γ.: Δεν ξέρω πως θα αντιδράσω όταν ο ρασοφόρος, πει: αναπαύσου, τέκνον μου.
Αναπαύσου, που ? Σε βάλανε σε ένα λάκκο, και μετά από 6 χρόνια, σε βγάζουν. Πότε θα αναπαυτείς, θα ησυχάσεις ?
Τέκνον του, από που κι ως που ? Είμαι τέκνο των γονιών μου.
Πάτερ ? είχα και έχω μόνο ένα πατέρα.
Δεν το σέβομαι ? Τον πληρώνω, χωρίς να το θέλω.








38.ΦΙΛΕ ΓΙΩΡΓΟ ΣΑΝΤΕΞΗ.
(στον πατέρα μου).
Ένας.
 
Δημιουργός.
Ουράνιος.
Αφέντης.
Προστάτης.
Καθοδηγητής.
Πνευματικός.
Αληθινός.
Σύμβουλος.
Αυστηρός.
Αυταρχικός.
Φίλος.
Στοχαστής.
Καλλιτέχνης.
Αιρετικός.
Συνεργάτης.
Συναγωνιστής.
Σύντροφος.
Δάσκαλος.
Μπροστάρης.
Μόνο αυτός.

Ο ρασοφόρος είναι yialanci, πάτερ-ας.
Άλλοι έχουν-είχαν ένα πα-τέρας.
Σαν τον παππού μου.
Δεν ήταν πατερούλης του έθνους.
Στα λόγια.

Μιλούσε με τη καρδιά του.
Τα μάτια του.
Δεν πουλούσε πνεύμα.
Σ’ έδινε πνεύμα.
Το ξεχωριστό.
Το καινούργιο.
Το πρωτότυπο.

Ζητούσε, ελευθερία, αλληλεγγύη, ισότητα.
Μετέδιδε τις γνώσεις του.
Δική του σχολή, σκέψεις και πράξης.

Κάποιοι δεν καταλάβαιναν.
Δεν κατάλαβαν, και φοβάμαι, πως δεν πρόκειται να καταλάβουν.
Ψιθύριζε . . . .

Έκφραση, ήθος, συνέπεια.
Ιδεολογική καθαρότητα.
Γλαφυρότητα.
Απλότητα.
Υπομονή.

Σμίλευε το σίδερο.
Του μιλούσε.
Του δινε ζωή.
Και οποιαδήποτε μορφή.
Το έκανε μαστίχα.
Ότι ποιο τρελό φανταζόταν.
Ζούσε μ’ αυτό.
Χάρισε τα περισσότερα έργα του.
Χειροποίητα όλα.
Πίνακες όνειρο.
Αποτύπωνε τον εσωτερικό του κόσμο.
Μεγαλείο.
Ζωγράφιζε μουντά.
Σκούρα χρώματα.
Μελαγχολικά.
Ευαίσθητα.
 
Με τη γραφή του, σφράγιζε ιστορικές διαδρομές.
Ζωής.
Έδινε τον δικό του τόνο.
Μοναδικό.
Στην άχρωμη ζωή μας.

Ανώτερη προσωπικότητα.
Τον ζήλευες, όταν συζητούσες.
Όχι για τις γνώσεις του.
Για τον ξεχωριστό, καινούργιο τρόπο.
Τον άκουγες, και δεν είχες σχέση με τη πραγματικότητα.
Ή ήσουν μακριά από αυτήν.
Έδειχνε τον ψυχικό και πνευματικό του μεγαλείο.
Αρκετοί οι τυχεροί.

Πατέρα μ’ ακούς?
Συνεχίζω.
Όπως μπορώ.
Όσο μπορώ.
Όσο αντέχω και αντέξω.
Προσπαθώ.
Θα δεις.
Ξυπνάει ο κόσμος.
Μοιάζουμε φίλε μου.
Σε πολλά.
Στα περισσότερα.

ΣΑΝΤΕΞΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
 
17-2-1939 * 1-8-2004
ΕΓΡΑΨΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
Εγώ παιδί μου, δεν ξέρω γράμματα.
*μαδημένα τριαντάφυλλα.
*αποχαύνωση και μεταθανάτια κβαντομηχανική
*γνώση ενός κόκκου ρυζιού

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟ, ΗΤΑΝ ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 2003.
ΗΘΕΛΕ, ΝΑ ΠΡΟΛΑΒΕΙ ΝΑ ΤΥΠΩΘΕΙ, ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ.
ΣΕ 7 ΜΗΝΕΣ, ΔΕΝ ΘΑ ΖΟΥΣΕ.
ΕΚΑΝΑ ΤΗΝ ΑΡΧΗ, ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥ, ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ-ΣΧΟΛΙΑΣΜΟ, ΣΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ:
Αν ξεκινούσα με διπλό χαρακτηρισμό, για τον φίλο πατέρα μου, θα τον αποκαλούσα Αιρετικό Δημιουργό.
Επαναστάτης της ζωής του, που πάντα ξεχώριζε.
Λίγα λεπτά συζήτησης μαζί του έμοιαζαν σαν το τάισμα πουλιών από στόμα σε στόμα.
Μάγευε με τις γνώσεις του και τα λόγια ουσίας, ήταν πάντα με τεκμηριωμένα στοιχεία, προσκαλώντας τον υγιές σκεπτόμενο συνομιλητή του σε γόνιμο διάλογο.
Βοήθησε δεκάδες άτομα, όμως λίγοι ήταν αυτοί που ανταποκρίθηκαν και ανταπέδωσαν.
Τους έδινε γνώση και αγάπη και ήθελε μόνο αγάπη χωρίς συμφέρον.
Το σύγγραμμα σου, πατέρα, έχει θέση στο αγαπημένο μου οστεοφυλάκιο.
Δίπλα στον Σωκράτη, Βούδα, Νίτσε, Καζαντζάκη, Καστοριάδη και Ραφαηλίδη θα υπάρξει του Σαντεξή.
Όλοι σας είχατε ένα κοινό γνώρισμα: ήσασταν άθεοι.
 
Σ’ ευχαριστώ, το παιδί σου Άκις Σαντεξής

20 ΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙ, ΠΡΟΛΑΒΕ ΚΑΙ ΠΗΡΕ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ, ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΥΠΩΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ.
Μ’ ΕΓΡΑΨΕ:
 
Με πολύ αγάπη στον Άκη μου, στο βαθύ στοχασμό του για τη ζωή και γνώση.
 
Ο πατέρας σου Γιώργος.

Υ.Γ. : ΜΕΤΑ ΑΠΟ 2.240 ΜΕΡΕΣ, ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΕΚΤΑΦΗ ΤΟΥ. ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΣΕΒΟΜΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΜΑΣ, ΚΑΙ ΟΥΤΕ ΠΟΤΕ ΗΣΥΧΑΖΟΥΝ.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΑΚΙ ΣΑΝΤΕΞΗ.

52. Χριστούγεννα του μίσους.

Χριστούγεννα αγάπης ?
Έτσι λένε.
Οι α-πολιτισμένοι.
Όχι για όλους.
Υπάρχουν, μόνοι.
Διωγμένοι.
Άρρωστοι.
Τρέμουν.
Παγωμένοι.
Φοβισμένοι.
Άλλοι σε χαρτόκουτα.
Σε παγκάκια.
Σε παράγκες.
Σε καταυλισμούς.
Χωρίς φώτα.
Λαμπιόνια.
Δεντράκια.
Αγιοβασίληδες.
Χωρίς βοήθεια.
Νερό, φαί.
Ελπίδα.
Έχουν ψυχή.
Κοιτάνε φοβισμένα.
Περιμένουν.
Αναμένουν.
Ένα χέρι.
Μια βοήθεια.
Από μένα.
Από σένα.
Από όλους.
Χρειάζονται φιλανθρωπία.
Ντύσου-πάνε απλά.
Χωρίς επίδειξη.
Μη φοράς γούνες.
Διαμαντένια δαχτυλίδια.
Μη προκαλείς.
Αλλιώς μη πλησιάζεις.
Κάτσε στο κλουβί σου.
Το χρυσό.
Εσύ στη ζεστασιά.
Δεν έχεις ενοχές…..?
Φάε το κουραμπιέ σου.

Από τη ποιητική συλλογή: Ακι Σαντεξή.



53. ΛΕΥΚΟ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙ.

Λευκό μπαστούνι.
Μαύρο γυαλί.
Μόνο αφή.
Και ήχους.
Εκ γενετής.
Από δυστήχημα.
Περιμένουν.
Ρωτούν.
Ήρεμα.
Διακριτικά.
Αργό βήμα.
Αποκλεισμένοι.
Ανάμεσα σε παρκαρισμένα τέρατα.
Μπλοκαρισμένες ράμπες.
Ενώπιον θεού και απανθρώπων.
Ας δοκιμάσουμε.
Να κατανοήσουμε.
Το πώς είναι η ζωή.
Όταν δεν έχεις φως.
Τη περπατησιά σου.
Το σύστημα γραφής.
Άφωτο δείπνο.
Τρώγοντας στο σκοτάδι.
Τι να σε κάνει, ένα χάδι…..

Από τη ποιητική συλλογή: Ακι Σαντεξή.





54. ISKANDARIYAH-ALEXANDRIΑ

Ήταν κλειστή η ζωή.
Θεϊκή ατμόσφαιρα.
Θυμάμαι τον αέρα της Αλεξάνδρειας.
Ένα μεθυστικό πράγμα.
Δεν σε αφήνει να συγκεντρωθείς.
Νομίζεις, περνούν πολιτισμοί μέσα από τον αέρα.
Δέλτα του Νείλου.
Φάρος.
Ροδόχρωμος γρανίτης.
Ένα από τα 7 θαύματα.
Βιβλιοθήκη.
Η μεγαλύτερη.
Σε έκσταση, σε οργάνωση.
Τρεις φορές τη κάψανε.
Απ’ αυτούς που δεν θέλουν τη λογική.
Δεν θέλουν να τη ξέρουν.
Και ζούνε στο σκοτάδι.
Των θρησκειών.
Που μισούνε την αγάπη.
Εποχή, περίοδος, αστρονομία, στίχος, τέχνη, ποίηση.
Αλμαγέστη.
Φρούριο ΚαΪτμπευ.
70 πόλεις.
Το ίδιο όνομα.
Αλεξανδρέττα,.
Βαβυλωνία, Βακτριανή, Σουσιανή, Τρωάς.
Αλέξανδρος, Πτολεμαίοι, Κλαύδιος, Ωριγένης, Κλήμης, Υπατία, Καβάφης.
Ονειρεμένη.
Ερωτευμένη.
Μοναδική.
Αιώνια ζωγραφιά.
Άρωμα λαών.
Μυρωδιά μεθυστική.
Χρώματα ερήμου.
Σταγόνες κουλτούρας.
Έλληνες, Ιουδαίοι, Άραβες.
Χριστιανοί, γνωστικιστές, αρειανοί, μονοφυσίτες, κόπτες, μουσουλμάνοι.
Άλλος κόσμος.
Ένας λαός.
Διαφορετικός.
Μωσαϊκό ακατέργαστο.
Αλεξανδρινό.


55. ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΨΥΧΗΣ.
Πάντα κρατούσα μια απόσταση.
Όχι εξαιτίας κάποιας υψηλής διανόησης.
Ήθελα να κρατάω το ρυθμό.
Όλοι έγιναν κάτι.
Είχα αποστροφή προς αυτό το στυλ.
Είχαν κάτι εσωτερικό.
Μια συμβατικότητα, μια ανοχή.
Έβγαζαν αγριάδα.
Όλος αυτός ο συνδυασμός, με έκανε να γελάω.
Δεν μετάνιωσα καθόλου.
Και ποτέ για το δρόμο που πήρα.
Απομακρύνθηκα τόσο πολύ.
Δεν βλέπω άλλους δίπλα μου.
Αν διάλεγα ένα άλλο δρόμο μπορεί να είχα τα πάντα.
Αλλά και τίποτα.
Αν έμπαινα σε περίεργο δρόμο, δεν ξέρω αν ανταποκρινόμουνα.
Θέλει πιο δυνατό τσαμπουκά, να κινηθείς έξω από τα πράγματα.
Χρειάζεται διάρκεια.
Στα άλλα δεν έχει διάρκεια.
Μου φαίνεται πάρα πολύ ψόφιο πράγμα να καταφέρεις κάτι σε κάτι που δε σε εκφράζει.
Δε θέλει δύναμη για να ανέβεις σιγά-σιγά.
Άμα είναι να ανέβεις, να το κάνεις γρήγορα και με όποιο κόστος.
Αισθάνομαι, πολύ καλά ψάχνοντας.
Μιλώ με παθιασμένο τρόπο.
Απόλυτο.
Έτσι ανοίγουν κάποιοι δρόμοι.
Της ψυχής, της καρδιάς, της ζωής.
Μυστήρια μονοπάτια.
Και πάντα περνάς απέναντι.
Η ζωή είναι πολύ σοβαρή υπόθεση.
Να είσαι κύριος του εαυτού σου.
Μην είσαι γελωτοποιός που θα διασκεδάσει τον άρχοντα.
Όπως γινόταν στο Μεσαίωνα.
Και μη φοβάσαι κανέναν.
Όπως με την εκκλησία και την ιερά εξέταση και πάλι γινόταν στο Μεσαίωνα.
Δύσκολα επιβιώνεις.
Αν έβγαζα πνευματικά κείμενα, θα με συλλάμβαναν αμέσως.
Ή αλλιώς θα με κρεμούσαν.
Μικροί μεγάλοι.
Αρχικά θα με λάτρευαν για αυτά που λέω.
Και μετά θα καταλάβαιναν ότι τα εννοώ.
Ο ίδιος πάθαινα πλάκα με αυτά που πίστευα.
Αιρετικά.
Απόλυτα.
Διαφορετικά.
Και μετά αρχίζει το κυνηγητό.
Όπως σε κάθε άνθρωπο.
Όταν φέρνεις κάτι καινούργιο.
Λέγοντας, φτιάχνοντας, κάνοντας.
Το κυνήγι γίνεται από τους κοντινούς σου ανθρώπους.
Γονείς, συγγενείς, γείτονες, γνωστούς.
Από αυτούς τραβιέται πρώτα το χαλί.
Πρέπει να αντέξεις.
Αλλιώς κάθεσαι στο μαντρί.
Και τρως χορταράκι, μασημένο.
Δε λέω φίλους. Αυτοί σε στηρίζουν.
Οι πραγματικοί.
Να τα έχεις ελεγχόμενα όλα μέσα σου.
Να έχουν ένα σχήμα.
Άλλοι δεν ξέρουν πως ζουν.
Δεν κάθονται να σκεφτούν.
Δεν υπάρχει γύρω μας ελευθερία.
Όλα πάνε καλά , καλύτερα, χάλια.
Δεν υπάρχει όραμα.
Ο καθένας κάνει ότι του κατεβαίνει στο κεφάλι.
Είμαστε αλαλούμ και συντηρητικοί σα λαός.
Έχουμε ένα τουρκομπαροκαμερικάνικο τρόπο ζωής.
Και δεν υπάρχει καμία σωτηρία από αυτό.
Οι νέοι στην αρχή ενθουσιάζονται.
Λες και κάνουν το αγροτικό τους.
Μετά επιστρέφουν στο ίδιο.
Πρέπει να συγκρουστούν.
Να πάρουν θέση.
Να αγαπήσουν το δρόμο τους.
Και τον εαυτό τους.
Να μη περιθωριοποιηθούν.
Μόνο ο άσχετος και ο βλάκας, να πάει στην άκρη.
Ας ψάχνονται συνέχεια.
Θα έχουν πάντα κέρδος.
Να μη σκέφτονται, ότι οι πολλοί έχουν το δίκιο.
Στην ηλικία μου, γυρνάω δεξιά και αριστερά και λέω:
«ποιοι πολλοί ? αφού μόνος μου είμαι».
Μπορεί να ανήκω στη μειοψηφία με τα λεγόμενα μου.
Αλλά έξω από τα κωλοσύνορα, είμαι πλειοψηφία.
ΣΑΝΤΕΞΗΣ ΑΚΙΣ.

56. ΨΥΧΗ
Κόρη που την αγάπησε ο ‘Έρωτας.
Άυλη και άφθαρτη.
Ενωμένη με το σώμα.
Η ουσία.
Ζωτική δύναμη.
Πολλές:
Βγαίνει.
Πιάνεται.
Δε βαστά.
Με όλη μου.
Το τραβάει.
Ας βγει.
Τι έχει?
Εκ βάθους.
Στο στόμα.
Άνοιξε.
Του σύμπαντος.
Του κόσμου.
Άβυσσος.
Θα παραδώσεις.
Του πατέρα μου.
Της μάνας μου.
Εν βρασμώ.
Αδερφή.
Διαταραχή.
Ζώσα.
Ψυχούλα.
Λαχταράω.
Αγωνιώ.
Δεν αντέχω.
Ολόψυχα.
Ταλαιπωρούμαι.
Πεθαίνω.
Επιθυμώ.
Ψύχωση.
Απόφαση οριστική.
Η υπομονή εξαντλήθηκε.
Είναι ασήμαντο.
Με ειλικρίνεια.
Ασθμαίνοντας.
Ορκίζεσαι.
Βασανίζεσαι.
Ο εσωτερικός κόσμος.
Απωθημένα.
Έκπτωτη ψυχή.
Είμαι άψυχος.
Αχ Ψυχή μου.

ΑΠΟ ΤΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΑΚΙ ΣΑΝΤΕΞΗ

57. ΖΗΤΙΑΝΙΑ ΠΑΝΤΟΣ ΚΑΙΡΟΥ.
Παγωμένα βράδια.
Τρομερό θέαμα.
Με διέλυσε.
Ένα ανθρώπινο πλάσμα.
Καθισμένο στο πεζοδρόμιο.
Χωρίς χαρτόνι.
Διπλωμένο στα δύο.
Να ζωγραφίζει.
Μόνο με το δεξί χεράκι.
Το άλλο κρεμόταν.
Παράλυτο.
Είχε μαρκαδόρους.
Με έντονα χρώματα.
Έφτιαχνε παιδικά σχεδιάκια.
Σπίτια σε ανθισμένους κήπους.
Χαμογελαστούς ήλιους.
Ήταν τόσο συγκεντρωμένο.
Τόσο ήσυχο.
 
Ότι έφτιαχνε, το άφηνε δίπλα.
Μήπως τα αγοράσουν.
Γαλήνιο, αμίλητο.
Ανάπηρο, σακατεμένο.
Τα ποδαράκια, σε φρικτή κατάσταση.
Το αφήνουν ξυπόλυτο.
Να φαίνεται η παραμόρφωση τους.
Του φόρεσαν σκουφάκι.
Να μη ξεπαγιάσει.
Δεν το λυπήθηκαν.
Αν αρρώσταινε, θα χάνανε τα έσοδα.
Καθόταν ώρες..
Το σακατεμένο κορμάκι.
Το επι-βάλανε να ζητιανέψει.
Να σοκάρονται όσοι το αντικρίζουν.
Να σκίζει καρδιές.
Σα τι δική μου.
Να ανοίγουν πορτοφόλια.
Έχουν γνώση, οι άθλιοι ανθρωποφύλακες.
Πιο άθλιοι είμαστε εμείς.
Που προσπερνάμε αδιαφορώντας.
Κάθε μέρα.
Όλη μέρα.
Μέχρι το σούρουπο.
Ατέλειωτες ώρες.
Παντός καιρού.
Τους μαζεύουν το βράδυ.
Τους πετάνε σ’ένα αχούρι.
Μήπως κοιμηθούν.
Νηστικούς.
Άγνωστη τύχη.
Τη χειρότερη.
Σιωπή.
ΑΠΟ ΤΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΑΚΙ ΣΑΝΤΕΞΗ.



58. ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ.
Επιβίωση.
Προσαρμογή.
Απόγνωση.
Ψυχικός σπαραγμός.
Φόβος.
Ρατσισμός.
Η βία διαδέχεται.
Εναλλάσσεται με τη τρυφερότητα.
Η ένταση με τη γαλήνη.
Η απελπισία με την ελπίδα.
Το όνειρο με τον εφιάλτη.
Η πραγματικότητα με την ψευδαίσθηση.
ΑΠΟ ΤΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΑΚΙ ΣΑΝΤΕΞΗ.




59. ΒΑΝΙΛΙΑ-ΚΑΝΕΛΑ-ΚΑΡΑΜΕΛΑ.
Βανίλια.
Άρωμα.
Έντονο χρώμα.
Άσπρη.
Μαστιχάτη.
Γλυκό.
Ποτό.
Κανέλα.
Σκόνη.
Καφέ.
Έντονη.
Γλυκιά μυρωδιά.
Μαγεία.
Καραμέλα.
Χρυσαφί.
Ζαχαρωτή.
Σιρόπι.
Κρυστάλλινη.
Καυτή.
Άμορφη.
Με ταξιδεύουν.
Σε κόσμους όλο γλύκα.
Χωρίς πίκρα.
ΑΠΟ ΤΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΑΚΙ ΣΑΝΤΕΞΗ.





60. ΑΧΡΗΣΤΑ ΥΛΙΚΑ.
Πόσα όνειρα γεννήθηκαν.
Θέριεψαν.
Πήραν σάρκα και οστά.
Σε τέτοιες κάμαρες.
Με λιγότερα χρήματα.
Ελάχιστα αυτοκίνητα.
Καθόλου κινητά.
Και κάρτες.
Όσοι τα χουν, ζουν.
Και ψευτοζούν.
Μέσα στα σύγχρονα παλάτια.
Με πολλά τετραγωνικά.
Τις πισίνες.
Υδρομασάζ.








61. ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Είμαστε όλοι νάρκισσοι.
Μπροστά σε ασημένιο νερό.
Αλλά και ερείπια.
Ποικίλα μεγέθη.
Και σχήματα.
Μικροί, μεγάλοι.
Ολόσωμοι, στρογγυλοί.
Ποικιλμένοι, λιτοί.
Βενετσιάνικοι.
Παραμορφωτικοί σε Λούνα Παρκ.
Με λαβή.
Στην επιφάνεια τους, κρατούνται πρόσωπα.
Συναισθήματα.
Μνήμες και χρόνο.
Ερωτήσεις.
Όρκους και υποσχέσεις.
Περιέχει διηγήματα μυθοπλασίας.
Μονόλογους.
Σκηνές χωρίς δράση.
Στις φθαρμένες άκρες του, τα είδωλα σβήνουν.



62. ΛΑΘΗ ΑΙΩΝΙΑ.
Έχουν κάνει λάθος.
Γέλασα.
Αγανάκτησα.
Αηδίασα.
Έκλαψα.
Χαίρομαι.
Διασκεδάσαμε.
Διαφωνήσαμε.
Απογοητευτήκαμε
Συγκινηθήκαμε.



63.  Το «Η»
Σε ένα σταυροδρόμι.
Η τέχνη συναντά τη ζωή.
Η διάνοια τη λάμψη.
Η ευφυΐα την ομορφιά.
Η φήμη τη διασημότητα.
Η σχέση μοιραία.


64.Η δηλητηριώδης βίβλος.
ΕΑΝ Ο ΘΕΟΣ, ήταν……
Ατάκα.
Ρούχο.
Αντικείμενο.
Υλικό αγαθό.
Ψευδαίσθηση.
Κόμικ.
Χόμπι.
Ψύχωση.
Τιμωρία.
Τζόγος.
Φιλοδοξία.
Εξάρτηση.

65. ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ.
Βουτηγμένοι, πνιγμένοι, αλλάξτε.
Μόνον εσείς ξέρετε ότι ζείτε.
 
Ζείτε?
Ξυπνήστε, σκεφτείτε, επιλέξτε.
Προχωρήστε προς τα έξω.
Πειραματιστείτε.
Βάλτε στόχους.
Μην αγκιστρώνεστε στα ψέματα.
 
Ξαναμπείτε στο κυνήγι.
Ένα κλικ σας χωρίζει από τον εαυτό σας.
Η γοητεία σας γνωστή.
Η σωστή διαχείριση το ζητούμενο.
Μη περιορίζεστε.
Δεν υπάρχει καμουφλαρισμένη τιμωρία.
Άσπρο ή μαύρο?
Ζεστό ή κρύο?
Αυτόν ή εκείνον?
Κόλαση ή παράδεισος?
Δεν είναι αμαρτία ο μετεωρισμός.
Να ρισκάρετε.
Στα καταγώγια.
Μυστικές επιθυμίες.
Λάτρεις του σήμερα.
Ενθαρρυντικοί προς τρίτους.
Εκνευρισμένοι.
Αβέβαιοι.
Τίποτα δε προχωρά.
Όλα παραμύθια.
Σούρτα-φέρτα.
Πάθη.
Χρήμα.
Έρωτας.
Φύση.
Μίση.
Θα σε χειροκροτήσουμε.
ΑΠΟ ΤΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΑΚΙ ΣΑΝΤΕΞΗ.


66. Η στάχτη σου θα ταξιδέψει


Με λάδωσες.
Με πρόσεξες σα παιδί σου.
Ήσουν δίπλα μου.
Ταξίδεψες παντού.
Σκεφτόσουν ελεύθερα.
Δεν σου λείψε τίποτα.
Σε πλήγωσαν «κάποιοι» δικοί σου.
Έφυγες ανάμεσα στις γιορτές μου.
Στάθηκες κυρία.
Στήριξες παιδικά χωριά.
Διάλεξες να καείς.
Με έπεισες και το κανα.
Η στάχτη σου θα ταξιδέψει.
Θα σκορπιστεί με το αεράκι.
Όπως εσύ ονειρευόσουνα.
Καλό ταξίδι νουνά Βούλα……

67.Ίδια χνώτα, δυό ψυχές, ενιαίας καρδιάς


Ήταν γραμμένο.
Ηλιόλουστο.
Το κάρμα τους, ενώθηκε.
Θέλημα θεών.
Η μεγάλη αντάμωση.
Το κρύο πιρούνιαζε.
Ζεστές σοκολάτες.
Βλέμματα αμήχανα.
Σιωπή.
Καρφωμένα μάτια.
Ψάχνουν μια λέξη.
Μια κίνηση.
Ένα χαμόγελο.
Ραγίζουν οι πάγοι.
Κάθε λεπτό, είναι πολύτιμο.
Ανώτερο από διαμάντι.
Όλα κυλάνε γρήγορα.
Σα κυνηγημένη ταινία.
Όλα τελειώνουν, πριν καν αρχίσουν.
Χωρίς αρχή και τέλος.
Αυλαίες ερημώνουν.
Πεζοδρόμια λειώνουν.
Συννέφιασε.
Έφυγε.
Μαζί με 3 κέρματα.
Και ένα αραβούργημα.

SADEXIS AKIS
από τη ποιητική συλλογή: Νο 81 


68. Δεν υπάρχεις, είσαι ένα τίποτα.


Είσαι ένα τίποτα.
Όπως όλοι.
Ζεις.
Νομίζεις ότι ζεις.
Λες, υπάρχεις.
Για πόσο?
Έχεις σπίτι?
Οικογένεια?
Δουλειά?
Γονείς?
Γείτονες?
Συμπολίτες?
Σύνορα?
Φυλή?
Ζεις σε ήπειρο?
Σε,πλανήτη?
Και τι, έγινε?
Είσαι αυτόφωτος?
Ή ετερόφωτος?
Κατοικείς σε γαλαξία?
Τι είσαι στο σύμπαν?
Στον ουρανό?
Άστρα σβησμένα.
Παντού νεφελώματα.
Αστεροειδείς.
Μαύρες τρύπες.
Κοίταξε ψηλά.
Μη κρύβεσαι.
Είσαι κουκίδα.
Κουτσουλιά.
Κόκκος άμμου.
Δεν υπάρχεις.
Ζεις για λίγο ακόμα.
Χάνεσαι.
Αργοπεθαίνεις.
Μάθε να αγαπάς.
SADEXIS AKIS
ποιητική συλλογή: Νο 82

69. Δίποδε, μη σκέφτεσαι σα τετράποδο

Άλλαξε συνήθειες.
Παραστάσεις.
Κουνήσου.
Ξεκόλλα.
Δεν φταίνε οι άλλοι.
Ήρθε η ώρα σου.
Μη ζεις την ίδια μέρα, και τις 7 της βδομάδας.
Μη κάνεις τα ίδια όλο το μήνα.
Μη επαναλαμβάνεσαι όλο το χρόνο.
Είσαι ζωντανός νεκρός.
Ξύπνα.
Ανέλαβε τις ευθύνες σου.
Τις τύχες σου.
Μη εξαρτιέσαι.
Γράψτους, όσους σε εξουσιάζουν.
Μόνο να το πιστέψεις.
Δεν σε μοιάζει κανένας.
Είσαι διαφορετικός.
Αυτό είναι μαγκιά.
SADEXIS AKIS

70. Είναι ωραίο...

Είναι ωραίο να αγαπάς.
Και ας μη αγαπιέσαι.
Είναι ωραίο να πονάς.
Και ας μη πονάνε.
Είναι ωραίο να μοιράζεσαι τη ψυχή σου.
Και ας μη την μοιράζουν οι άλλοι.
Είναι ωραίο να ζεις.
Και ας μη "ζουν" οι άλλοι.
Αυτοί θα χάσουν.
Τη ψυχή σου, τη ζωή τους.
SADEXIS AKIS
ποίημα 77
23-1-2012




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου