25 pages by Akis Sadexis

25 pages by Akis Sadexis
25 PAGES BY AKIS SADEXIS : * HereticaFilosofia * Akis Sadexis * ΑιρετικήΦιλοσοφία * No Religions-Χωρίς Θρησκείες * ALL WE ARE RACISTS. WITH THE RACISTS. -Όλοι είμαστε ρατσιστές. Αλλά με τους ρατσιστές * SKG - Salonica - Selanik - סלוניקי- Salonique - سالونيك - Thessaloniki * " movement of free citizens" -‘’Κίνηση Ελεύθερων Πολιτών’’ - * I DEMAND - I DREAM OF A WORLD ΑΠΑΙΤΩ, ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ έναν κόσμο * Δεν έχει σημασία τι λέω, πρόσεξε τι εννοώ. Δεν έχει σημασία τι λες, αλλά σε ποιόν τα λες * ElGURU * PHILOSOPHICAL DEMOCRACY - ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ * InternationalismOecumenical * HereticaFilosofia.blogspot.com * The.Bigger.Philosophers * SadeVanzelo * SadeVanzelo-Σχεδιαστής * Leonardo DA VINCI * SadIcons * SADιΠοίηση * Anti-Racist Slogan of all Time * HERETICA FILOSOFIA by Akis Sadexis - YouTube *https://plus.google.com/u/0/115495858259733880175/posts * https://www.instagram.com/akis.sadexis/ * SSΔD3VΔNZ3LO (@AkisSadexis) | Twitter https://twitter.com/SDXZV - AKIS SADEXIS @SDXZV

Το πιό Αντιρατσιστικό σύνθημα όλων των εποχών (original-56 words)

Το πιό Αντιρατσιστικό σύνθημα όλων των εποχών (original-56 words)
Το πιό Αντιρατσιστικό σύνθημα όλων των εποχών (original-56 words) : Αν ο Χριστός σας είναι Εβραίος, το αυτοκίνητο σας ιαπωνικό, η πίτσα που τρώτε ιταλική, η δημοκρατία σας ελληνική, οι αριθμοί σας αραβικοί, τα γράμματά σας λατινικά, οι πολυεθνικές αμερικάνικες, η μουσική σας τσιγγάνικη, οι λέξεις σας βαλκάνιες, τα φαγητά σας τούρκικα, οι φουστανέλες αλβανικές, τα γαλακτοκομικά σας βουλγάρικα, τότε γιατί ο γείτονάς σας είναι ξένος? SADEXIS AKIS (May 2010)

anti-racist slogan of all time

Anti-Racist Slogan of all Time :
If Christ is a Jew, your car Japanese, pizza you eat Italian, Greek your democracy, your letters Latin, American multinationals, your numbers are Arabic, your music Gypsy, your words Balkans, your food Turks, Albanian fustanellas, your dairy Bulgarian, why your neighbor is a stranger ?
Akis Sadexis (May 2010)

I dream

I dream

manifesto SADEXI AKI

"ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΙ ΛΕΩ. ΠΡΟΣΕΞΕ ΤΙ ΕΝΝΟΩ. ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΙ ΛΕΣ. ΑΛΛΑ ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΤΑ ΛΕΣ."

I DEMAND - I DREAM OF A WORLD WITHOUT : FRONTIERS, RELIGION, RACISTS, ADDICTIONS, MURDERS, ABUSE, PAEDERASTS, DRUGDEALINGS, ARMY, POVERTY, GAMBLING, GUNS, EXPLOITATION, DOGMA, CENSORSHIP, HATE, ANIMAL ABUSE, REFUGEES, PARADES, THOSE WHO ARE KEPT IN THE DARK.
I DEMAND - I DREAM OF A WORLD FOR : DIALOGUE, BOOKS, RECYCLING, RELIGIOUS TOLERANCE, FREEDOM, CREMATION, TRANSPLANTS, EDUCATION, FRIENDSHIP, LOGIC, ENVIRONMENT, TRAVELLING, SEPARATION OF THE CHURCH FROM THE STATE, RESPECT, INDEPENDENCE, SCIENCE, MINORITY, ECOLOGY, LIVING TOGETHER FREE, PROTECTING ANIMALS, CIVILIZATION, HEALTH.
JUSTICE A WORLD WITH LESS CHILDREN, BECAUSE THE NEXT GENERATIONS WILL SUFFER.
THE WHOLE PLANET IS OUR PLACE.
APART FROM THE PLACE WE LIVE OR THE PLACE WE WERE BORN. WE ARE ALL BROTHERS, DESPITE OUR SEX OR RACE.
SADEXIS AKIS

.

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Με μάς είσαι ρε ή με τους άλλους;



«Στα Δεκεμβριανά, τέλη 1944 με αρχές 1945, γύριζα από την εφημερίδα στο σπίτι μου στο Μεταξουργείο. Ήταν πολύ αργά, σχεδόν ξημερώματα. Η Αθήνα εκείνο το φρικτό δίμηνο ήταν πεδίο μάχης με εντελώς ασαφή τα σύνορα ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα. Από τη μια ήταν τα πολυάριθμα συντάγματα του ΕΛΛΑΣ και από την άλλη ο στρατός που είχε ανέβει από τη Μέση Ανατολή, οι χωροφύλακες, οι Εγγλέζοι και τα Τάγματα Ασφαλείας. Όλη την ημέρα χτυπιόντουσαν μανιασμένα, οι γειτονιές άλλαζαν χέρια κάθε ώρα. Μόλις έπεφτε το σκοτάδι, τα σύνορα γίνονταν διάτρητα, ο κόσμος αμπαρωνόταν στο σπίτι του, ενώ στους δρόμους κυκλοφορούσαν λογής-λογής φανατικοί και φονιάδες κι απ’ τις δύο πλευρές που έκαναν ό,τι ήθελαν. Αλλοίμονο σ’ όποιον έπεφτε πάνω τους. Εγώ προχωρούσα κουρασμένος και με χίλιες προφυλάξεις στα έρημα στενά τού Μεταξουργείου, προσπαθώντας να φτάσω μια ώρα αρχύτερα στο σπίτι. Και ξαφνικά, πενήντα μέτρα πριν από την πόρτα μου, εμφανίζονται από τη γωνιά δυο τύποι, που μόλις με αντίκρισαν κατευθύνθηκαν κατά πάνω μου. Με τις καθημερινές συγκρούσεις στους δρόμους της Αθήνας, είχαμε μάθει χοντρικά να ξεχωρίζουμε τους ανθρώπους των δύο στρατοπέδων. Από το ντύσιμο τους, από τον οπλισμό τους, από την ορολογία που χρησιμοποιούσαν, από τις περιοχές που εμφανιζόντουσαν. Στην Καισαριανή, στου Μακρυγιάννη, στον Νέο Κόσμο, στους Αμπελόκηπους, χαμηλά στα Πατήσια, κυριαρχούσαν οι Κομμουνιστές. Στο Θησείο, γύρω απ’ την Ακρόπολη, στα Πετράλωνα, στο κέντρο της Αθήνας, στην Βικτώρια, επικρατούσαν οι Δεξιοί. Στα Σεπόλια, στο Μοσχάτο, στον Πειραιά ήταν μισοί-μισοί. Στα Κρητικά και στα Μανιάτικα ήταν Εθνικόφρονες, στη Δραπετσώνα και τη Νίκαια ήταν Κομμουνιστές. Αν φορούσαν αμπέχωνα ή μπερέδες ήταν Αριστεροί, αν φορούσαν παλτά, καπαρντίνες ή κανένα εξάρτημα φουστανέλας ήταν Δεξιοί. Αν κρατούσαν Γερμανικά λούγκερ και αυτόματα ήταν μάλλον ΕΛΛΑΣίτες, αν είχαν Εγγλέζικο οπλισμό μάλλον Εθνικόφρονες. Αν μιλούσαν για «Βασιλοφασίστες» και για «Εγγλεζάκια» ξέραμε το στρατόπεδο τους, αν μιλούσαν για «κουμμούνια» και για «Πατερούλη Στάλιν» επίσης ξέραμε.  Προσπάθησα να τους προσπεράσω κοιτάζοντας χαμηλά, όμως εκείνοι μού κλείσανε το δρόμο. Σήκωσα υποχρεωτικά τα μάτια μου και είδα έντρομος ότι ο ένας κρατούσε στη χερούκλα του ένα παλιό στρατιωτικό περίστροφο, απ’ αυτά που είχαν κρίκο στη βάση της λαβής. Των βαλκανικών πολέμων ήταν αυτό το όπλο, ένας Θεός ξέρει πού το ‘χε ανακαλύψει. Μ’ άρπαξε με το ένα χέρι από το πέτο ενώ μού ακούμπησε το πιστόλι στο στέρνο. Ο άλλος μ’ έψαξε πρόχειρα έξω απ’ τα ρούχα, για να δει αν είμαι οπλισμένος. Το χέρι του σκάλωσε στο πορτοφολάκι μου, μού το πήρε, έβγαλε κάτι χαρτονομίσματα, τα ‘βαλε στην τσέπη του κι έπειτα βάλθηκε να χαζεύει την ταυτότητα μου. Ευτυχώς, δεν βρήκε την ταυτότητα της εφημερίδας που είχα ρίξει στην άλλη τσέπη. Επειδή η εφημερίδα ήταν γνωστών απόψεων, αν την έβρισκε είχα 50% πιθανότητες να γλυτώσω και 50% να με ξαπλώσουν επί τόπου. Μέσα στον τρόμο μου, βάλθηκα να τους αποκρυπτογραφήσω, διότι αυτό θα μπορούσε να με σώσει. Παρά την προσπάθεια που έκανα όμως να καταλάβω σε ποιό στρατόπεδο ανήκαν, δε μπορούσα. Η ταυτότητα τους ήταν εντελώς απροσδιόριστη.  Ο ένας ήταν ντυμένος σα χωριάτης που μόλις είχε κατέβει απ’ τα βουνά κι ο άλλος φορούσε κοστούμι. Άντε τώρα να καταλάβεις. Τι να ήταν ο χωριάτης; Κανένας φονιάς ΕΛΛΑΣίτης από τα Γκράβαρα που ήρθε να καταλάβει την πρωτεύουσα ή κανένας βιαστής Γερμανοτσολιάς που γλύτωσε απ’ τον Βελουχιώτη στου Μελιγαλά και ήρθε στην Αθήνα να εκδικηθεί; Αμ ο κουστουμαρισμένος; Μήπως ήταν κανένας αιματοβαμμένος Χίτης του Γρίβα ή μήπως κανένας μαχαιροβγάλτης της ΟΠΛΑ, της Ασφάλειας των Κομμουνιστών; Εδώ σε ήθελα. Ο καλοντυμένος πάντως έκανε κουμάντο κι ο θηριώδης χωριάτης ήταν το εκτελεστικό όργανο. Άρχισα να τους μιλώ, ελπίζοντας ότι με την απάντηση τους, θα καταλάβαινα τι καπνό φουμάριζαν. Τους είπα ότι είμαι μεροκαμαματιάρης, ότι ξεφόρτωνα τσουβάλια ως αργά τη νύχτα, ότι με περιμένει η μάνα μου στο σπίτι και διάφορα άλλα παρόμοια δραματικά, αλλά πρωτίστως πολιτικά ουδέτερα. Τότε ο καλοντυμένος, άναψε ένα τσιγάρο που έβγαλε από την τσέπη, μού φύσηξε τον καπνό στα μούτρα και μού απηύθηνε την πρώτη και μοναδική του ερώτηση: «Με ποιούς είσαι, ρε;»  Έμεινα άναυδος. Ήταν η πιο φαρμακερή ερώτηση της εποχής, η πιο θανατηφόρα. Με ποιούς είμαι; Απ’ αυτή την απάντηση λοιπόν εξαρτιόταν η ζωή μου, στα 26 μου χρόνια; Τι να απαντούσα διάολε; Πως να καταλάβω πού ανήκαν οι ηλίθιοι κουμπουροφόροι, για να τους απαντήσω αναλόγως και να γλυτώσω; Δεν ήμουν ποτέ δειλός, ούτε κλαψιάρης. Αν είχα κι εγώ ένα πιστόλι, δεν θα πήγαινα τουλάχιστον σαν το σκυλί στ’ αμπέλι. Αλλά ήμουν άοπλος κι αυτό που μού συνέβαινε ήταν τόσο παρανοϊκό, τόσο βαθιά παράλογο, τόσο άδικο... Νιώθοντας το πιστόλι να με πιέζει στο στήθος, απάντησα το μόνο που μπορούσα: «Με κανέναν δεν είμαι εγώ. Δεν ξέρω από πολιτικά, δεν ανακατεύομαι.» Τότε ήταν που ξέσπασε το βροντερό γέλιο τού χωριάτη, ενώ πίεζε ακόμα περισσότερο το περίστροφο στο στήθος μου: «Με κανέναν; Α χα χα χα! Δε γίνεται αυτό κουμπάρε. Ή με τον έναν θα είσαι ή με τον άλλον. Υποχρεωτικά. Άιντε, λέγε να τελειώνουμε. Δε θα ξημερωθούμε εδώ.» Το χνώτο του βρωμούσε κρασί, η απλυσιά του μου ‘κοβε την ανάσα. Επρόκειτο για απόβρασμα, που σε ομαλές συνθήκες θα επιβίωνε στο δεύτερο υπόγειο της κοινωνίας. Τώρα όμως ο εμφύλιος και η ανωμαλία τον είχαν βγάλει στον αφρό σαν το σκατό στην επιφάνεια του ανοικτού βόθρου. Περίμενα να με σκοτώσουν σ’ εκείνο το σοκάκι, αλλά την τελευταία στιγμή μ’ έσωσαν δυο πράγματα. Η φωνή μιας γριούλας πίσω από ένα κλειστό μπατζούρι απέναντι μας και κάτι ανδρικές ομιλίες που ακούστηκαν στο βάθος τού στενού. «Φοβηθείτε το Θεό» είχε φωνάξει η γιαγιά που προφανώς παρακολουθούσε τη σκηνή μέσα από το σπίτι και δεν άντεξε να μην επέμβει. «Σκάσε!» της φώναξε ο κουστουμαρισμένος, «σκάσε κωλόγρια, μη μπω μέσα και σε γαμήσω». Στο μεταξύ οι ανδρικές ομιλίες πλησίαζαν, θα πρέπει να ήταν πεντέξι άτομα, οπότε οι δύο αρκουδόμαγκες μού έδωσαν μια σπρωξιά κι έφυγαν τρέχοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ίσως φοβήθηκαν για καμιά περίπολο και δεν τόλμησαν να πυροβολήσουν, ίσως με φοβέριζαν απλώς χωρίς να θέλουν να με σκοτώσουν. Εγώ πάντως, είδα τον χάρο με τα μάτια μου.» 
       
«Τελικά, κύριε Γιώργο, Αριστεροί ή Δεξιοί ήταν;» 

o δημοσιογράφος Γιώργος Καράγιωργας, πέθανε πριν λίγες μέρες πλήρης ημερών στα 92 του χρόνια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου